Παρασκευή, 7 Οκτωβρίου 2011

Η συνέντευξη του μήνα: Δημήτρης Αθανίτης

Η συνέντευξη του μήνα: Δημήτρης Αθανίτης

http://kemes.wordpress.com/2011/09/28
του Στράτου Κερσανίδη
Η νέα ταινία του Δημήτρη Αθανίτη «Τρεις μέρες ευτυχίας» προβλήθηκε το Σεπτέμβριο στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Αθήνας «Νύχτες Πρεμιέρας. Παρακάτω δημοσιεύουμεκριτική για την ταινία και μία συνέντευξη με το σκηνοθέτη.
Σε αναζήτηση της ευτυχίας
Τρεις γυναίκες πιασμένες στις δαγκάνες της απόγνωσης. Η Ιρίνα, η Βέρα και η Άννα ζουν εγκλωβισμένες σε μία πραγματικότητα από την οποία προσπαθούν να ξεφύγουν. Η Ιρίνα ονειρεύεται να φύγει για τον Καναδά, μακριά από την οικογένειά της που την εκδίδει. Η Βέρα ξεκινά μια νέα ζωή την ώρα που πρέπει να αντιμετωπίσει τα κρυμμένα μυστικά της οικογένειάς της. Η Άννα ετοιμάζεται να παντρευτεί θέλοντας να διώξει μακριά τα φαντάσματα μιας διαλυμένης οικογένειας που τη στοιχειώνουν. Παράλληλες διαδρομές, διασταυρούμενες με τελικό προορισμό ένα «βίαιο» πέρασμα σε μια επόμενη φάση της ζωής τους.
Ο Δημήτρης Αθανίτης στη νέα του ταινία «Τρεις μέρες ευτυχίας» μοιάζει να ειρωνεύεται, αφού δεν υπάρχει κανένα ψήγμα ευτυχία στην ταινία του. Οι ηρωίδες του βιώνουν μια δυστυχία που μοιάζει απροσπέλαστη, που τις έχει περικυκλώσει και τις βυθίζει στη μελαγχολία και την παραίτηση.
Το σκληρό κι απρόσωπο αστικό τοπίο κυριαρχεί στην ταινία. Με μια φωτογραφία σε διαφορετικούς τόνους του μπλε τονίζεται η απόγνωση των τριών γυναικών. Η Ιρίνα, η Βέρα και η Άννα δε γελούν. Δε χαμογελούν καν. Θαρρείς και γνωρίσουν πως τα όνειρά τους είναι απλά μια ψευδαίσθηση. Ψευδαίσθηση όπως πολλά πράγματα γύρω μας, όπως ο έρωτας, η ευτυχία, η ελευθερία.
Ο σκηνοθέτης ενορχηστρώνει μία μελαγχολική συμφωνία, η μελωδία της οποίας ασφυκτιά στριμωγμένη μέσα σε ένα αδιαπέραστο οικογενειακό στάτους. Σκηνοθετεί με μικρές σεκάνς, πολλές από τις οποίες μοιάζουν με φωτογραφικά ενσταντανέ. Παρατηρεί τις ηρωίδες του από απόσταση, χωρίς συναισθηματική εμπλοκή. Δημιουργεί μια αποπνικτικά μελαγχολική ατμόσφαιρα αφήνοντας τη συναισθηματική εμπλοκή στα χέρια του θεατή. Ο ίδιος φροντίζει να στήνει εξαιρετικά κάδρα αποδεικνύοντας μια  ιδιαίτερη ικανότητα στυλιζαρίσματος. Δεν πέφτει όμως στη παγίδα της αυταρέσκειας, δεν αφήνει την αισθητική να κυριαρχήσει επάνω στο βαθύτερο νόημα, που είναι η μοναξιά και η απόγνωση, τα δεσμά  (και όχι οι δεσμοί) της οικογένειας, η αναζήτηση του βήματος προς την ευτυχία. Μια ευτυχία  που την πλησιάζουμε, με το ίστατο βήμα προς την κατάκτησή της να μοιάζει με ακροβατικό άλμα γεμάτο κινδύνους.
Μια ταινία ανθρωποκεντρική μέσα από την πάντα ιδιαίτερη ματιά του Δημήτρη Αθανίτη.
Ας δούμε όμως τι λέει ο ίδιος ο σκηνοθέτης για την ταινία του σε συνέντευξη που μας παραχώρησε.
Για τη δυστυχία που λέγεται οικογένεια
Γιατί έχεις επιλέξει ως ηρωίδες της ταινίας τρεις γυναίκες; Μήπως επειδή τις θεωρείς πιο ευάλωτες;
Δεν ξέρω αν οι γυναίκες είναι πράγματι πιο ευάλωτες. Σίγουρα όμως βιώνουν πιο έντονα τις αντιφάσεις που μας περιβάλλουν και που γίνονται όλο και πιο έντονες.
Η Ιρίνα, η Άννα και η Βέρα πιέζονται από παντού. Ομως δεν αποδέχονται τους ρόλους που το περιβάλλον τους δίνει. Και κυρίως δεν δέχονται να παραιτηθούν από το όνειρο. Από εδώ ξεκινά κι η ιδέα του τίτλου, που κάθε άλλο παρά κυριολεκτικός είναι. Οι Τρεις Μέρες Ευτυχίας είναι μια σκληρή ταινία. Δεν χαιδεύει τον θεατή. Ομως για μένα αυτό είναι τελικά αισιόδοξο. Και λυτρωτικό.
Ακόμη μια ταινία σου στην οποία η παρουσία του αστικού τοπίου είναι καταλυτική. Είναι σα να πρωταγωνιστεί η πόλη. Γιατί;
Η πόλη, η Αθήνα είναι πράγματι κάτι σαν κρυφή πρωταγωνίστρια της ταινίας. Γιατί  πάνω στην πόλη βλέπεις όλα τα σημάδια αυτού που συμβαίνει γύρω μας. Η εικόνα της πόλης είναι σαν εικόνα της ψυχής των ηρωίδων μου. Η πόλη που ζούμε, αυτή η πόλη που ζουν οι ηρωίδες της ταινίας είναι μια πόλη σκληρή, αδυσώπητη. Η ταινία, ακολουθώντας τες ασθματικά, διατρέχει την Αθήνα από το κέντρο μέχρι το Σχιστό, από το αεροδρόμιο μέχρι τις Τρεις Γέφυρες. Είναι τυχαίο που η πόλη είναι ένα θηλυκό όνομα;
Γιατί αν και ο τίτλος της ταινίας μιλά για 3 μέρες ευτυχίας, μάλλον η δυστυχία και η απόγνωση κυριαρχούν;
Όποιο όνομα κι αν δίνει κανείς στην ευτυχία, αυτή είναι τελικά ο στόχος και το μέτρο της ζωής μας. Πρέπει να δεις τη κόλαση γύρω σου, πρέπει να τη διασχίσεις, πρέπει να παλέψεις για να πας προς το όνειρό σου. Αν γύρω μας υπάρχει δυστυχία, δε βλέπω γιατί να φοβηθούμε να την κοιτάξουμε κατάματα. Οι Τρεις Μέρες Ευτυχίας μιλούν για την δυστυχία  που λέγεται οικογένεια. Γιατί η ελληνική οικογένεια είναι πηγή δυστυχίας τελικά. Τόσο ατομικά, αλλά κυρίως κοινωνικά. Οι τρεις ηρωίδες μου ορθώνουν τη ζωή τους κόντρα στην «οικογένεια». Η Ιρίνα θέλει να βγει από την άθλια ζωή που της επιβάλλουν, η Βέρα ανακαλύπτει τι υπάρχει πίσω από το προσωπείο της ευτυχισμένης οικογένειας, η Άννα προσπαθεί να ξεπεράσει το φάντασμα μια διαλυμένης οικογένειας. Κι αυτό δεν είναι ούτε παιχνίδι, ούτε ανώδυνο.
Η ταινία θα προβληθεί στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Θεσσαλονίκης;
Η ταινία δε θα προβληθεί στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, όχι γιατί δε θέλω εγώ, αλλά γιατί πρέπει να «τιμωρηθεί» που δεν θα κάνει πρεμιέρα εκεί. Ο απόλυτος παραλογισμός. Σε τι επηρεάζει το σινεφίλ κοινό της Θεσσαλονίκης τό γεγονός ότι η ταινία παίχτηκε πριν κάπου αλλου; Σε τι επηρεάζει τους ξένους παραγωγούς, κριτικούς, διανομείς που καλεί και χρυσοπληρώνει το φεστιβάλ; Σε τίποτα! Κι όμως το φεστιβάλ δεν τους δίνει τη δυνατότητα να δουν τη ταινία. Και μιλάμε για ένα απλό πανόραμα ελληνικών ταινιών. Δεν μιλάμε για διαγωνιστικό, όπου ίσως η πρεμιέρα να είχε κάποιο νόημα. Το Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης λειτουργεί στην λογική που μας οδήγησε στη κρίση. Επιδοτεί εισαγωγές και κατανάλωση. Η Βενετία έχει δίπλα στο διεθνές, επίσημο ιταλικό διαγωνιστικό. Στις Κάννες οι μισές ταινίες είναι γαλλικές παραγωγές. Στο Βερολίνο, το ίδιο. Κι εδώ, ο παραγκωνισμός της εθνικής ταινίας είναι σημαία.
Κατά πόσο η Πολιτεία στέκεται αρωγός στον ελληνικό κινηματογράφο;
Φέτος δεν θα μπουν λεφτά ούτε σε μία νέα παραγωγή. Ναι, έχουμε κρίση, αλλά υπάρχουν ιεραρχήσεις και προτεραιότητες. Δεν μπορεί η τέχνη που εξάγει το ελληνικό όνομα τόσο δυναμικά, με συνεχή παρουσία και βραβεία σε όλα τα φεστιβάλ, τα όσκαρ, κλπ, να μένει ανενεργή χωρίς χρηματοδότηση. Και την ίδια στιγμή να  χρηματοδοτούνται αφειδώς, ιδρύματα που δεν παράγουν τίποτα, εισαγόμενες παραστάσεις, κλπ. Η ανάπτυξη είναι η μόνη διέξοδος από την κρίση. Λοιπόν, το ελληνικό σινεμά είναι μια αναπτυξιακή δράση. Και μάλιστα εξάγωγική. Εξάγει σύγχρονο ελληνικό πολιτισμό, σε μια στιγμή που εποχή που το όνομα Ελλάδα μόνο αρνητικούς συνειρμούς προκαλεί διεθνώς.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου