Σάββατο 24 Σεπτεμβρίου 2011

Στιγμές Ευτυχίας... στα Πετράλωνα


http://issuu.com/metropolisnews/docs/metropolis_230911


Η Νικολίτσα Ντρίζη μιλά για τα δύσκολα γυρίσματα, για την Αθήνα και για τις δικές της Μέρες Ευτυχίας.

Metropolis, Αλέξανδρος Χαντζής
Στην καινούργια ταινία του Δημήτρη Αθανίτη «Τρεις Μέρες Ευτυχίας», η Ιρίνα ετοιμάζεται να φύγει για τον Καναδά. Εκτός μεγάλης οθόνης, η Νικολίτσα Ντρίζη που την υποδύεται μας μιλάει για τις δικές της μέρες ευτυχίας στην Αθήνα.

Κάθε συνάντηση στα Πετράλωνα είναι και μια στιγμή ευτυχίας. Αν αυτό συνδυάζεται με πρωινό καφέ στην πλατεία Μερκούρη, με ήλιο και συζήτηση για σινεμά, τότε η ευτυχία μπορεί να κρατήσει μέχρι και τρεις ολόκληρες μέρες. Με την ηθοποιό Νικολίτσα Ντρίζη συναντηθήκαμε υπό αυτές τις υπέροχες συνθήκες και μιλήσαμε, μεταξύ άλλων, για την καινούργια ταινία του Δημήτρη Αθανίτη «Τρεις Μέρες Ευτυχίας», στην οποία πρωταγωνιστεί μαζί με την Κατερίνα Φωτιάδη και την Αλεξάνδρα Αϊδίνη.
Στην ταινία, που παρακολουθήσαμε σε πρώτη προβολή στο 17ο Φεστιβάλ Νύχτες Πρεμιέρας Conn-x, η Νικολίτσα Ντρίζη υποδύεται την Ιρίνα, μια νεαρή κοπέλα που θέλει να φύγει για τον Καναδά μακριά από τους ανθρώπους που την εκδίδουν. Από την ταινία και τα δύσκολα γυρίσματα της (πολλές σκηνές βίας) ξεκίνησε και η κουβέντα μας. «Αυτό που αισθάνθηκα ότι έγινε με αυτήν την ταινία –μέσα από τις πολλές πρόβες και συζητήσεις με τον Δημήτρη Αθανίτη- είναι ότι έφτασε μια στιγμή που ξέραμε και οι δυο ότι διαβάζαμε το ίδιο σενάριο. Δεν είχε ο καθένας άλλο πράγμα στο μυαλό του. Είχαμε μια κοινή ματιά απέναντι σε αυτό που κάναμε, το οποίο βοήθησε πάρα πολύ.», αναφέρει η Νικολίτσα, συμπληρώνοντας πως έτσι η μετάβαση από τις πρόβες στα γυρίσματα υπήρξε πάρα πολύ καλή. Στην ταινία, η Ιρίνα συνδέεται άθελα της με τις άλλες δύο γυναίκες της ταινίας και οδηγούνται όλες μαζί απότομα στην ωριμότητα. «Ένα από τα πράγματα που δείχνει αυτή η ταινία είναι πως ένας άνθρωπος, τον οποίο πιθανόν να μην ξέρεις καθόλου, μπορεί να επηρεάσει και να αλλάξει τη ζωή σου».
Με θητεία στο «Τhe last porn movie» του Κώστα Ζάππα, αλλά και στο «Μαχαιροβγάλτη» του Γιάννη Οικονομίδη, τη ρωτάω αν νιώθει ότι επιλέγεται από σκηνοθέτες για δύσκολους ρόλους και δύσκολες ταινίες. «Καταρχάς, κάθε ρόλος έχει τις δυσκολίες του», διευκρινίζει. «Δεν μπαίνω καν στη διαδικασία να κρίνω αν ο ρόλος είναι εύκολος ή δύσκολος. Συγκεκριμένα, με το «Τρεις Μέρες Ευτυχίας» υπήρξε τόσο καλή η συνεργασία με τον Δημήτρη και τους άλλους ηθοποιούς, που οι δύσκολες σκηνές βγήκαν αβίαστα, παρά τους αρχικούς μου φόβους. Αισθανόμουν ασφαλής με όλους τους συνεργάτες μου».
Όπως και οι άλλες ταινίες του σκηνοθέτη, έτσι και αυτή έχει φόντο την Αθήνα. Μια Αθήνα που, όπως και οι ψυχές των κατοίκων της, έχει όλους τους τόνους του μπλε χρώματος και φαίνεται να υπομένει τα πάντα. «Η Αθήνα είναι άσχημη πόλη», αρχίζει να λέει η Νικολίτσα, αλλά αμέσως διευκρινίζει πως την αγαπάει περισσότερο από τον τόπο καταγωγής της, την Πάτρα. «Έχω συνδέσει την Αθήνα με πράγματα που ήθελα να κάνω και ανθρώπους που γνώρισα. Έχει πολύ ωραία σημεία, όπως τα Πετράλωνα ή κάποια πάρκα, αλλά είναι πολύ σκληρή πόλη. Το πιο δύσκολο είναι η καθημερινότητα, που σου επιβάλλει ρυθμούς που δεν αντέχεις σωματικά. Κάθε μέρα πρέπει να κάνεις μια μικρή υπέρβαση. Παρόλα αυτά, την αγαπώ».
Η ώρα περνάει και φτάνει ο αποχαιρετισμός. Άλλη μια στιγμή ευτυχίας στα Πετράλωνα έφτασε στο τέλος της.

Τρίτη 20 Σεπτεμβρίου 2011

ΤΡΕΙΣ ΜΕΡΕΣ ΕΥΤΥΧΙΑΣ ΣΙΝΕΜΑ 222


        ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗ ΑΘΑΝΙΤΗ  από τη Χριστίνα Λιάπη / Σινεμά τ 222


Τρεις νέες γυναίκες, πολύ διαφορετικές μεταξύ τους αλλά εξ ίσου μπερδεμένες, ζουν τρεις φορτισμένες μέρες στην Αθήνα του σήμερα, προσπαθώντας να κρατήσουν ζωντανό το όνειρο της ευτυχίας τους.

Αθήνα, 2004. Μια πόλη μεθυσμένη από τα –ψεύτικα, όπως αποδείχτηκε- επιτεύγματα της, γιορτάζει με αφορμή τους Ολυμπιακούς Αγώνες τη νέα εποχή που έρχεται, την πανηγυρική αναγγελία ότι όλα αλλάζουν. Ο Δημήτρης Αθανίτης ( «Καμιά Συμπάθεια για τον Διάβολο», 1997) ξεκίνησε τα σχέδια για τις «Τρεις Μέρες Ευτυχίας», μια σπονδυλωτή ταινία που συμμετέχει στις Νύχτες Πρεμιέρας Conn-x, αποτυπώνοντας προφητικά αυτό που έμελλε να έρθει μετά την ευφορία· αυτό που τώρα είναι εδώ. «Συχνά έχουμε την αίσθηση ότι ορίζουμε τη ζωή μας χωρίς να συνειδητοποιούμε ότι τελικά δεν είμαστε εμείς τα αφεντικά. Έτσι και με τη χώρα. Δε νομίζω ότι φανταζόμασταν πριν από τρία-τέσσερα χρόνια αυτό το αδιέξοδο, τη διάψευση που υπάρχει τώρα. Νομίζαμε ότι οδηγούσαμε τη ζωή μας κάπου, αλλά τελικά δεν ήμαστε εμείς που την οδηγούσαμε», λέει ο σκηνοθέτης.
Την ίδια ψευδαίσθηση τρέφουν και οι πρωταγωνίστριες της ταινίας, τρεις νέες γυναίκες, φαινομενικά άγνωστες μεταξύ τους, που παλεύουν απεγνωσμένα να βρουν τη μελλοντική τους ευτυχία σε μια πόλη γυμνή και αφιλόξενη. Η Βέρα βλέπει τον κόσμο της να ανατρέπεται, όταν η μητέρα της πεθαίνει με βίαιο τρόπο. Η Άννα προσπαθεί να ξορκίσει τη μέχρι τώρα δυστυχισμένη οικογενειακή της ζωή με τον επερχόμενο γάμο της. Η Ιρίνα υπομένει την πιο ταπεινωτική μοίρα απ’όλες, ενώ σφίγγει τα δόντια και κάνει σχέδια να αποδράσει από την εφιαλτική της ζωή προς το όνειρο, που είναι γι’αυτήν ο Καναδάς.
Όλα αυτά διαδραματίζονται φιλτραρισμένα σε διαφορετικούς τόνους του μπλε, που δημιουργούν ένα αποτέλεσμα απόκοσμο, μελαγχολικό. «Μέσα απ’αυτό το μπλε χρώμα περνάει μια ατμόσφαιρα στην ταινία και στην εικόνα της πόλης που κινηματογραφείς, που αντανακλά αυτό που υπάρχει από κάτω, στην ψυχή των ανθρώπων».
Στην αναζήτηση της φευγαλέας ευτυχίας, και οι τρεις θα πρέπει να φύγουν μακριά από τις οικογένειες που τις βαραίνουν- είτε τις πραγματικές οικογένειες είτε την κατά συνθήκη, στην περίπτωση της Ιρίνα. «Το μεγάλο τους πρόβλημα είναι το άμεσο περιβάλλον τους και το πώς διαμορφώνει το πλαίσιο απέναντι στο οποίο πρέπει κανείς να επαναστατήσει. Περίεργος χώρος η ελληνική οικογένεια: μέσα από την προστασία της προκύπτει ένας ευνουχισμός, μια τερατογένεση, μια φυλακή».
«Έχω μια ιδιαίτερη σχέση με το φεστιβάλ, γιατί είχα και μια ιδιαίτερη σχέση με τον ιδρυτή του, τον Γιώργο Τζιώτζιο. Έχει κατακτήσει πραγματικά ένα πάραπολύ ζωντανό κοινό στην Αθήνα και κάνει ένα μεγάλο βήμα προς τις ελληνικές ταινίες, πράγμα ιδιαίτερα σημαντικό. Ειλικρινά χαίρομαι που η ταινία μου θα κάνει πρεμιέρα εκεί.»

Δευτέρα 19 Σεπτεμβρίου 2011

Σε αναζήτηση της ευτυχίας



 από τον Στράτο Κερσανίδη

Τρεις γυναίκες πιασμένες στις δαγκάνες της απόγνωσης. Η Ιρίνα, η Βέρα και η Άννα ζουν εγκλωβισμένες σε μία πραγματικότητα από την οποία προσπαθούν να ξεφύγουν. Η Ιρίνα ονειρεύεται να φύγει για τον Καναδά, μακριά από την οικογένειά της που την εκδίδει. Η Βέρα ξεκινά μια νέα ζωή την ώρα που πρέπει να αντιμετωπίσει τα κρυμμένα μυστικά της οικογένειάς της. Η Άννα ετοιμάζεται να παντρευτεί θέλοντας να διώξει μακριά τα φαντάσματα μιας διαλυμένης οικογένειας που τη στοιχειώνουν. Παράλληλες διαδρομές, διασταυρούμενες με τελικό προορισμό ένα «βίαιο» πέρασμα σε μια επόμενη φάση της ζωής τους.
Ο Δημήτρης Αθανίτης στη νέα του ταινία «Τρεις μέρες ευτυχίας» μοιάζει να ειρωνεύεται, αφού δεν υπάρχει κανένα ψήγμα ευτυχία στην ταινία του. Οι ηρωίδες του βιώνουν μια δυστυχία που μοιάζει απροσπέλαστη, που τις έχει περικυκλώσει και τις βυθίζει στη μελαγχολία και την παραίτηση.
Το σκληρό κι απρόσωπο αστικό τοπίο κυριαρχεί στην ταινία. Με μια φωτογραφία σε διαφορετικούς τόνους του μπλε τονίζεται η απόγνωση των τριών γυναικών. Η Ιρίνα, η Βέρα και η Άννα δε γελούν. Δε χαμογελούν καν. Θαρρείς και γνωρίσουν πως τα όνειρά τους είναι απλά μια ψευδαίσθηση. Ψευδαίσθηση όπως πολλά πράγματα γύρω μας, όπως ο έρωτας, η ευτυχία, η ελευθερία.
Ο σκηνοθέτης ενορχηστρώνει μία μελαγχολική συμφωνία, η μελωδία της οποίας ασφυκτιά στριμωγμένη μέσα σε ένα αδιαπέραστο οικογενειακό στάτους. Σκηνοθετεί με μικρές σεκάνς, πολλές από τις οποίες μοιάζουν με φωτογραφικά ενσταντανέ. Παρατηρεί τις ηρωίδες του από απόσταση, χωρίς συναισθηματική εμπλοκή. Δημιουργεί μια αποπνικτικά μελαγχολική ατμόσφαιρα αφήνοντας τη συναισθηματική εμπλοκή στα χέρια του θεατή. Ο ίδιος φροντίζει να στήνει εξαιρετικά κάδρα αποδεικνύοντας μια  ιδιαίτερη ικανότητα στυλιζαρίσματος. Δεν πέφτει όμως στη παγίδα της αυταρέσκειας, δεν αφήνει την αισθητική να κυριαρχήσει επάνω στο βαθύτερο νόημα, που είναι η μοναξιά και η απόγνωση, τα δεσμά  (και όχι οι δεσμοί) της οικογένειας, η αναζήτηση του βήματος προς την ευτυχία. Μια ευτυχία  που την πλησιάζουμε, με το ίστατο βήμα προς την κατάκτησή της να μοιάζει με ακροβατικό άλμα γεμάτο κινδύνους.
Μια ταινία ανθρωποκεντρική μέσα από την πάντα ιδιαίτερη ματιά του Δημήτρη Αθανίτη.
                                                                        Στράτος Κερσανίδης
Η Εποχή, 18/9/2011

Για τη δυστυχία που λέγεται οικογένεια

http://kersanidis.wordpress.com/2011/09/

Ο Δημήτρης Αθανίτης μιλά στον Στράτο Κερσανίδη


Η νέα ταινία του Δημήτρη Αθανίτη «Τρεις μέρες ευτυχίας» προβλήθηκε λίγες μέρες πριν στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Αθήνας «Νύχτες Πρεμιέρας».

Ο σκηνοθέτης μίλησε στην Εποχή, για την ταινία αλλά και για τον ελληνικό κινηματογράφο. (Για την ταινία διαβάστε σε διπλανή στήλη).




Γιατί έχεις επιλέξει ως ηρωίδες της ταινίας τρεις γυναίκες; Μήπως επειδή τις θεωρείς πιο ευάλωτες;

Δεν ξέρω αν οι γυναίκες είναι πράγματι πιο ευάλωτες. Σίγουρα όμως βιώνουν πιο έντονα τις αντιφάσεις που μας περιβάλλουν και που γίνονται όλο και πιο έντονες.

Η Ιρίνα, η Άννα και η Βέρα πιέζονται από παντού. Ομως δεν αποδέχονται τους ρόλους που το περιβάλλον τους δίνει. Και κυρίως δεν δέχονται να παραιτηθούν από το όνειρο. Από εδώ ξεκινά κι η ιδέα του τίτλου, που κάθε άλλο παρά κυριολεκτικός είναι. Οι Τρεις Μέρες Ευτυχίας είναι μια σκληρή ταινία. Δεν χαιδεύει τον θεατή. Ομως για μένα αυτό είναι τελικά αισιόδοξο. Και λυτρωτικό.

Ακόμη μια ταινία σου στην οποία η παρουσία του αστικού τοπίου είναι καταλυτική. Είναι σα να πρωταγωνιστεί η πόλη. Γιατί;

Η πόλη, η Αθήνα είναι πράγματι κάτι σαν κρυφή πρωταγωνίστρια της ταινίας. Γιατί  πάνω στην πόλη βλέπεις όλα τα σημάδια αυτού που συμβαίνει γύρω μας. Η εικόνα της πόλης είναι σαν εικόνα της ψυχής των ηρωίδων μου. Η πόλη που ζούμε, αυτή η πόλη που ζουν οι ηρωίδες της ταινίας είναι μια πόλη σκληρή, αδυσώπητη. Η ταινία, ακολουθώντας τες ασθματικά, διατρέχει την Αθήνα από το κέντρο μέχρι το Σχιστό, από το αεροδρόμιο μέχρι τις Τρεις Γέφυρες. Είναι τυχαίο που η πόλη είναι ένα θηλυκό όνομα;  

Γιατί αν και ο τίτλος της ταινίας μιλά για 3 μέρες ευτυχίας, μάλλον η δυστυχία και η απόγνωση κυριαρχούν;

Όποιο όνομα κι αν δίνει κανείς στην ευτυχία, αυτή είναι τελικά ο στόχος και το μέτρο της ζωής μας. Πρέπει να δεις τη κόλαση γύρω σου, πρέπει να τη διασχίσεις, πρέπει να παλέψεις για να πας προς το όνειρό σου. Αν γύρω μας υπάρχει δυστυχία, δε βλέπω γιατί να φοβηθούμε να την κοιτάξουμε κατάματα. Οι Τρεις Μέρες Ευτυχίας μιλούν για την δυστυχία  που λέγεται οικογένεια. Γιατί η ελληνική οικογένεια είναι πηγή δυστυχίας τελικά. Τόσο ατομικά, αλλά κυρίως κοινωνικά. Οι τρεις ηρωίδες μου ορθώνουν τη ζωή τους κόντρα στην «οικογένεια». Η Ιρίνα θέλει να βγει από την άθλια ζωή που της επιβάλλουν, η Βέρα ανακαλύπτει τι υπάρχει πίσω από το προσωπείο της ευτυχισμένης οικογένειας, η Άννα προσπαθεί να ξεπεράσει το φάντασμα μια διαλυμένης οικογένειας. Κι αυτό δεν είναι ούτε παιχνίδι, ούτε ανώδυνο.  

Η ταινία θα προβληθεί στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Θεσσαλονίκης;

Η ταινία δε θα προβληθεί στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, όχι γιατί δε θέλω εγώ, αλλά γιατί πρέπει να «τιμωρηθεί» που δεν θα κάνει πρεμιέρα εκεί. Ο απόλυτος παραλογισμός. Σε τι επηρεάζει το σινεφίλ κοινό της Θεσσαλονίκης τό γεγονός ότι η ταινία παίχτηκε πριν κάπου αλλου; Σε τι επηρεάζει τους ξένους παραγωγούς, κριτικούς, διανομείς που καλεί και χρυσοπληρώνει το φεστιβάλ; Σε τίποτα! Κι όμως το φεστιβάλ δεν τους δίνει τη δυνατότητα να δουν τη ταινία. Και μιλάμε για ένα απλό πανόραμα ελληνικών ταινιών. Δεν μιλάμε για διαγωνιστικό, όπου ίσως η πρεμιέρα να είχε κάποιο νόημα. Το Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης λειτουργεί στην λογική που μας οδήγησε στη κρίση. Επιδοτεί εισαγωγές και κατανάλωση. Η Βενετία έχει δίπλα στο διεθνές, επίσημο ιταλικό διαγωνιστικό. Στις Κάννες οι μισές ταινίες είναι γαλλικές παραγωγές. Στο Βερολίνο, το ίδιο. Κι εδώ, ο παραγκωνισμός της εθνικής ταινίας είναι σημαία.

Κατά πόσο η Πολιτεία στέκεται αρωγός στον ελληνικό κινηματογράφο;

Φέτος δεν θα μπουν λεφτά ούτε σε μία νέα παραγωγή. Ναι, έχουμε κρίση, αλλά υπάρχουν ιεραρχήσεις και προτεραιότητες. Δεν μπορεί η τέχνη που εξάγει το ελληνικό όνομα τόσο δυναμικά, με συνεχή παρουσία και βραβεία σε όλα τα φεστιβάλ, τα όσκαρ, κλπ, να μένει ανενεργή χωρίς χρηματοδότηση. Και την ίδια στιγμή να  χρηματοδοτούνται αφειδώς, ιδρύματα που δεν παράγουν τίποτα, εισαγόμενες παραστάσεις, κλπ. Η ανάπτυξη είναι η μόνη διέξοδος από την κρίση. Λοιπόν, το ελληνικό σινεμά είναι μια αναπτυξιακή δράση. Και μάλιστα εξάγωγική. Εξάγει σύγχρονο ελληνικό πολιτισμό, σε μια στιγμή που εποχή που το όνομα Ελλάδα μόνο αρνητικούς συνειρμούς προκαλεί διεθνώς.

                                                                                 Η ΕΠΟΧΗ 18 Σεπτεμβρίου 2011

Το σινεμά είναι τρόπος ζωής, συνέντευξη στον Ν. Κουρμουλή



Ένας outsider του εγχώριου κινηματογράφου, ο Δημήτρης Αθανίτης, επιστρέφει με την καινούργια του ταινία,  «Τρεις μέρες ευτυχίας».
Ένα φιλμ παράτολμο, σιωπηρό, βασισμένο στο βλέμμα και το σώμα. 
 από τον Νίκο Κουρμουλή / ΚΟΣΜΟΣ ΤΟΥ ΕΠΕΝΔΥΤΗ


Τρεις διαφορετικές μεταξύ τους γυναίκες, ενώνουν τις διαδρομές τους με τέτοιο τρόπο ώστε η κάθε μία να μην ξέρει ότι η άλλη είναι το μοιραίο πρόσωπο στην ζωή της. Πρωταγωνιστούν: Αλεξάνδρα Αϊδίνη, Κατερίνα Φωτιάδη, Νικολίτσα Ντρίζη, Ερρίκος Λίτσης, Δημήτρης Αγαρτζίδης. Η ταινία έκανε πρεμιέρα την Πέμπτη 15 Σεπτεμβρίου, στο πλαίσιο του 17ου Διεθνούς φεστιβάλ κινηματογράφου της Αθήνας, Νύχτες Πρεμιέρας.     
                                                                                                     
ΕΡ: Πως ξεκίνησε η ιδέα του φιλμ
      
ΑΠ: Ξεκίνησε πολύ παλιά και στην πορεία προσαρμόστηκε στις καταστάσεις. Μια βασική ιδέα ήταν αυτό που ζούμε σήμερα, πως το βιώνουν 3 διαφορετικά πρόσωπα. Κατέληξα σε 3 γυναίκες, διότι η θέση της γυναίκας είναι περίεργη. Μοιάζει να έχει ανέβει, να έχει βελτιωθεί τα τελευταία χρόνια, αλλά στις γυναίκες δεν χαρίζεται τίποτα. Ζουν πολύ πιο έντονα τις αποφάσεις που παίρνουν. Και νομίζω πως είναι πολύ πιο δραματικά πρόσωπα. Βλέπουμε πάνω τους ανάγλυφα τα αποτελέσματα της κρίσης που δεν είναι μόνο οικονομική, αλλά και κρίση αξιών. 

ΕΡ:Ποια ήταν τα ερεθίσματα

ΑΠ:Ξεκίνησα από τρεις διαφορετικές ιστορίες. Από πρόσωπα τελείως διαφορετικά μεταξύ τους, από τρεις διαφορετικές κοινωνικές τάξεις,(μια λούμπεν ρωσίδα, μια αστή φοιτήτρια, μια μικροαστή υπάλληλος) και στην πορεία τις συνέδεσα με έναν τρόπο καθοριστικό. Τα πρόσωπα, καταλήγουν το ένα να επηρεάζει την ζωή του άλλου. Η πρόκληση εδώ είναι διπλή: πρώτον, ξεπερνάς το ατομικό, ξεφεύγοντας από μια απλή ιστορία και το δεύτερον είναι αυτές οι τυχαίες συναντήσεις των προσώπων και κυρίως το ότι κάποιος άλλος που δεν τον ξέρεις, καθορίζει την ζωή σου. Αυτό με γοητεύει. Τις έχω βάλει να συναντιόνται με τέτοιο τρόπο ώστε η κάθε μία να μην ξέρει ότι η άλλη είναι το μοιραίο πρόσωπο στην ζωή της. Είναι 3 πρόσωπα που παλεύουν για την ευτυχία, όπως την αντιλαμβάνονται αυτά. 

ΕΡ:Οι πρωταγωνίστριες

ΑΠ: Η Ιρίνα, είναι μια Ρωσίδα που αναγκάζεται να κάνει την πόρνη. Σκοπεύει να φύγει στον Καναδά. Να αλλάξει ζωή. Αυτό, αποτελεί την ευτυχία της. Όμως η «οικογένεια» στην οποία ανήκει, δεν έχει την ίδια γνώμη. Η δεύτερη κοπέλα, η Βέρα, είναι από τελείως διαφορετική τάξη. Είναι μια ευκατάστατη φοιτήτρια και έχει την αίσθηση ότι ζει σε μια ευτυχισμένη οικογένεια. Έρχονται τα γεγονότα έτσι, που ανακαλύπτει τι πραγματικά συμβαίνει. Η τρίτη η Άννα, είναι μια υπάλληλος σε βιβλιοπωλείο η οποία ετοιμάζεται να παντρευτεί και το φάντασμα της δικιάς της οικογένειας, μιας διαλυμένης οικογένειας, έρχεται να ταράξει αυτό που πρόκειται να γίνει.

ΕΡ: Η οικογένεια, σαν βασική προϋπόθεση κοινωνικής ευτυχίας, αποτελεί τελικά μια αυταπάτη

ΑΠ: Νομίζω ότι η ελληνική οικογένεια είναι πραγματικά, πηγή δυστυχίας. Βλέποντας αυτό που γίνεται γύρω μας σήμερα, που είναι αποτέλεσμα δεκαετιών, νομίζω ότι η οικογένεια έχει παίξει καθοριστικό ρόλο. Στην Ελλάδα η οικογένεια έχει υποκαταστήσει την κοινωνία. Καταλήγει να είναι ο συνδυασμός μιας σειράς από μικρές νησίδες που είναι οι οικογένειες. Κάθε μια στον μικρόκοσμο της. Στο ότι έχουμε φτάσει σε 3 πολιτικές οικογένειες να κάνουν κουμάντο, πιστεύω πως είναι η ενδεικτική καρικατούρα αυτού που συμβαίνει σε βάθος. Η οικογένεια είναι ο βασικός διαμορφωτής της παιδείας και όχι το σχολείο. Αυτή η συνεχή μετάθεση των προβλημάτων σε ένα αόρατο κράτος που εν είδη Θεού θα τα λύσει όλα και όλοι απαιτούν κάτι, εκτός του ότι είναι αβάσιμο είναι και ύποπτο, διότι ουσιαστικά οδηγεί στην αποποίηση των ευθυνών.

ΕΡ:Το σεξ, τι ρόλο παίζει στην ταινία

ΑΠ:Ομολογώ ότι το σεξ είναι ουσιαστικό συστατικό της ζωής. Πιο εύστοχα, θα έλεγα ο έρωτας. Δεν μπορώ να φανταστώ την απουσία του σε μια ιστορία οργανική που θα με αγγίξει. Πιστεύω ότι η απουσία του, οδηγεί σε καταστάσεις ευνουχισμένες. Ειδικά ο έρωτας, παραπέμπει στην συνέχεια της ζωής. Γι αυτό τον λόγο είναι σημαντικές οι γυναίκες. Ο έρωτας είναι κάτι πάρα πολύ δυνατό και δεν μπορώ να μπω στην διαδικασία της απομόνωσης των συστατικών του ( π.χ σεξ, αγάπη). Οι γυναίκες έχουν να αντιμετωπίσουν πιο ακραίες αντιφάσεις, οι επιλογές τους είναι απείρως πιο δύσκολες και οδυνηρές από αυτές των αντρών. Ιντριγκάρομαι όταν οι γυναίκες δεν καταπίνουν τις επιβαλλόμενες νόρμες της κοινωνίας.

ΕΡ:Η ταινία σου έχει μια υποβλητική διάσταση. Οι ήρωες αντιδρούν στα τεκταινόμενα εσωστρεφώς.

ΑΠ:Το σινεμά είναι μια διεθνής γλώσσα. Με την σιωπή, τα πρόσωπα μπορούν να εκφραστούν μέσα από τις καταστάσεις και το βλέμμα. Με ενδιαφέρει το εκτός κάδρου πεδίο, διότι είναι αυτό που μπορεί να μας προκαλέσει σαν θεατές και μέσα από την διαδικασία της αφαίρεσης να έχεις ένα αντικείμενο πιο πλούσιο, πιο πολύπλοκο. Βάζεις έτσι τον θεατή σε μια εγρήγορση. Το σινεμά που με ενδιαφέρει είναι αυτό που σε ταξιδεύει. Δεν μπορεί να είναι απλά μια διάλεξη, ένα εγκεφαλικό πράγμα. Στην ταινία μου για παράδειγμα δεν υπάρχουν καλοί-κακοί. Οι ηρωίδες μου ενώ υποφέρουν, δεν είναι άγγελοι. Η ταινία μέσα από την αφαίρεση, δεν προσδοκά να βάλει τον θεατή στην αναπαυτική θέση του «καλού» και να απενοχοποιηθεί. Για μένα οι «3 μέρες ευτυχίας» είναι μια αισιόδοξη ταινία. Όσο και αν ακούγεται παράδοξο, όταν αντιμετωπίζεις την πραγματικότητα, όταν κοιτάς τον εαυτό σου στον καθρέφτη ακόμη και αν σου προκαλεί φόβο, δεν μπορεί παρά να προχωρήσεις. Αυτό είναι αισιόδοξο. Τι άλλο θα μπορούσε να είναι δηλαδή, να είσαι στρουθοκάμηλος; Να υψώσεις μια ροζ σημαία πιστεύοντας ότι όλα είναι καλά ενώ βουλιάζεις; Αυτό είναι πρέζα. 


-ΕΡ:Από τι παρακινείσαι για να γεννήσεις και να λες ιστορίες μέσα από εικόνες

ΑΠ:Παίρνω ερεθίσματα από αντιδιαμετρικούς χώρους. Η συνάντηση των αντιθέτων, ανάβει τους σπινθήρες. Παρακινούμαι μέσα από την επαφή με το πρωτογενές υλικό, τους ανθρώπους. Με τους ήρωές μου έχω μια περίεργη σχέση. Βρίσκω τα πρόσωπα, κάτω από συνθήκες που δεν είναι τόσο προφανής. Έχω καταλήξει πως με κάποιο μαγικό τρόπο τα συναντάς. Για μένα το σινεμά είναι προέκταση της ζωής μου. Από την μια μεριά το αντιμετωπίζω απολύτως επαγγελματικά, από την άλλη είναι τρόπος ζωής. Δεν μπορώ να φανταστώ το εκτός. Ακόμη και όταν δεν γυρίζω, σκέφτομαι εικόνες, πλάθω ιστορίες. Δεν πιστεύω στην τέχνη υποκατάστατο. Δηλαδή κάνω μια απλοϊκή ζωή και μέσα από το σινεμά ζω τα φαντάσματα μου. Το σινεμά είναι μια υπέρβαση της ζωής που ζεις και αυτή σαν μια υπέρβαση του σινεμά που κάνεις.

ΕΡ:Η ταινία έχει μια δυνατή αίσθηση εντοπιότητας.
        
ΑΠ:Έχω περπατήσει την πόλη και έχω έρθει σε επαφή με τους ανθρώπους της. Η τέχνη θέλει την συγκατάθεση μας, πάντα. Δεν μπορείς να βάλεις έτσι, μια συμφωνία του Μπετόβεν και να πέσει ο κόσμος ξερός. Το αντίθετο θα συμβεί. Με ιντριγκάρει ένα σινεμά που μπορεί να έχει πολλές διαστάσεις και άποψη. Μου αρέσει ένα σινεμά που εκκινεί από μια συγκεκριμένη βάση και να απευθύνεται στον κόσμο. Η λειτουργία της τέχνης για μένα είναι η υπέρβαση. Ενώ η ταινία ξεκινά από ένα ρεαλισμό, που εξάλλου δεν εγκαταλείπω ποτέ, επιχειρεί μια σειρά υπερβάσεων. Η τέχνη τελικά είναι μυστήριο.
                            
ΕΡ:Με τον κινηματογραφικό νόμο που βρισκόμαστε σήμερα

ΑΠ:Είμαστε στην ύπαρξη ενός νόμου, όμως στην πράξη υπάρχει ένα πολύ σοβαρό πρόβλημα. Το ΕΚΚ φέτος δεν θα παράγει καμία ταινία. Τα ελάχιστα που έχει πάρει θα δοθούν σε αυτά που χρωστάει. Υπάρχει σοβαρό πρόβλημα και αυτό θα φανεί τα επόμενα χρόνια. Είμαι ένας από αυτούς στους οποίους χρωστάει. Ναι μεν υπάρχει κρίση, το καταλαβαίνω, αλλά όταν μια τέχνη προβάλλει την Ελλάδα παντού με έναν μοντέρνο τρόπο, παίρνει διακρίσεις, πηγαίνει στα Όσκαρ, να την πετάς σαν κλοτσοσκούφι στο πουθενά. Και την ίδια στιγμή να επιδοτούνται εισαγόμενες παραστάσεις, ιδρύματα που δεν παράγουν καθόλου πολιτισμό, προωθώντας έτσι μια λογική μεταποίησης. Θα σου πω ότι τα λεφτά που έχω πάρει και για τις έξι ταινίες, είναι τα λεφτά που παίρνει μια μέση ελληνική ταινία. Δεν είναι μόνο το θέμα των χρημάτων, αλλά το θέμα της στάσης. Επειδή η ταινία μου κάνει πρεμιέρα στο φεστιβάλ Αθηνών, δεν το δέχεται η Θεσσαλονίκη. Η ταινία μου δεν είναι στο διαγωνιστικό, αλλά στο τμήμα του Πανοράματος. Μιλάμε για τον απόλυτο παραλογισμό. Σε ένα κρατικό φεστιβάλ που επενδύονται ελληνικά λεφτά, πρέπει να προβάλεις το προϊόν σου, να το εξαγάγεις και να το απλώσεις στην αγορά. Στη Θεσσαλονίκη λοιπόν επιδοτούνται για να κάνουν εισαγωγές.

ΕΡ:Είναι δομικό πρόβλημα του κράτους ότι ο πολιτισμός είναι στην άκρη

ΑΠ:Σαφώς και είναι δομικό πρόβλημα. Δεν έχουμε συνειδητοποιήσει την διαφορά ανάμεσα στο ζην και στο ευ ζην. Πρέπει να ξανασκεφτούμε σοβαρά κάποια πράγματα και ο πολιτισμός να πάρει έναν δρόμο. Κακά τα ψέματα ο πολιτισμός είναι απαξιωμένος, γιατί κλοτσοσκούφι έχουν γίνει οι αξίες μας. Έχουμε μάθει στην ευκολία, που μας οδηγεί στο βούλιαγμα. 

                                                                       ΝΙΚΟΣ ΚΟΥΡΜΟΥΛΗΣ       
Ο Κόσμος του Επενδυτή, Σάβαττο 17-Κυριακή 18/92011        

Κυριακή 18 Σεπτεμβρίου 2011

μια-καταθλιπτική-βόλτα-στην-αθήνα-και-στις-μπλε-ψυχές-των-ανθρώπων-της

 http://bosko-hippydippy.blogspot.com/2011/09/blog-post_6906.html
Οι Τρεις μέρες ευτυχίας είναι η πιο ώριμη ταινία του Δημήτρη Αθανίτη. Ένα hommage του σκηνοθέτη στην αρρώστια της εποχής μας, την κατάθλιψη, που βλέπεται όπως θα ακουγόταν και μια Συμφωνία του Gustav Mahler. Μία ταινία, επίσης, που θα μπορούσε να είναι σπονδυλωτή, αν οι τρεις παράλληλες ιστορίες των τριών αντίστοιχων ηρωίδων δεν διασταυρώνονταν μεταξύ τους: μιας νεαρής φοιτήτριας που επιστρέφει στο πατρικό της ύστερα από το θάνατο της μητέρας της σε μια άτυχη στιγμή. Μόνο που δεν αργούμε να καταλάβουμε ότι αυτός ο θάνατος δεν ήταν ακριβώς ατύχημα, αλλά αυτοκτονία, καθώς η μητέρα της είχε βάλει ντέτεκτιβ να παρακολουθεί τον άνδρα της κι έτσι ανακάλυψε πως αυτός πλήρωνε καθημερινά μία συγκεκριμένη πόρνη για τις συνευρέσεις τους σε ξενοδοχεία. Της Ιρίνας, της Ρωσίδας πόρνης, που μεταξύ άλλων πήγαινε και με τον πατέρα της φοιτήτριας και που ονειρεύεται να φύγει για τον Καναδά μαζί με τον νταβατζή της. Κι αυτή, όμως, δεν θα αργήσει να γίνει μάρτυρας της δολοφονίας του φίλου της από τη ρωσική μαφία. Τέλος, υπάρχει και μία ακόμη κοπέλα, εμφανώς καταθλιπτική, που αποφασίζει τελευταία στιγμή και για κάπως ανεξήγητους λόγους να τινάξει στον αέρα τη σχέση της και τον σχεδιασμένο γάμο της. Βοηθούμενος πολύ από το δυνατό καστ (Αλεξάνδρα Αϊδίνη, Νικολίτσα Δρίζη, Κατερίνα Φωτιάδη, Ερρίκος Λίτσης κ.α.), την αριστοτεχνική blue-black φωτογραφία (blue=θλίψη, αντικατοπτρισμός εν ολίγοις της ψυχολογίας των προσώπων) και τη μουσική των DNA, ο Αθανίτης έκανε μια πολύ όμορφη ταινία σπάνιας ατμόσφαιρας, η οποία δυστυχώς αναδεικνύει και την ασχήμια των καιρών μας. Θέλω να πω ότι λίγοι μάλλον είναι αυτοί που θα εκτιμήσουν, όπως της αρμόζει, την ωδή του σκηνοθέτη στη μελαγχολία και τις προδομένες ανθρώπινες σχέσεις, έτσι σαστισμένοι και αποκοντριασμένοι πού 'χουν γίνει από την επίπλαστη χαρά και ευμάρεια της τηλεόρασης τους. Οι Τρεις μέρες ευτυχίας ή, σωστότερα, τα 90 λεπτά μιας γόνιμης, μπεργκμανικού τύπου, κατάθλιψης του Αθανίτη δεν πολιτικολογούν, ούτε κοινωνιολογούν στον αέρα. Στοχεύουν στον Άνθρωπο μέσα από την ευαίσθητη γυναικεία ψυχοσύνθεση κι ακόμη κι όταν διανθίζονται με events βίας, δεν κάνουν τίποτα άλλο από το να σύρουν το χορό μιας αρχαίας τραγωδίας στην καρδιά της μελαγχολικής Αθήνας.

* δεν έχει προγραμματιστεί επαναληπτική προβολή για τις Τρεις μέρες ευτυχίας στις Νύχτες Πρεμιέρας. Δείτε την ταινία οπωσδήποτε όποτε βγει κανονικά στις αίθουσες.