Σάββατο 17 Σεπτεμβρίου 2011

Νύχτες Πρεμιέρας Conn-x: ημέρα πρώτη και δεύτερη, τα dessous

http://flix.gr/news/nyxtes-premieras-conn-x-hmera-prwth-kai-deyterh-ta.html




Γεμάτος ήταν ο Απόλλων στις «Τρεις Μέρες Ευτυχίας» του Δημήτρη Αθανίτη, ο οποίος μεταξύ συνεργατών, φίλων και κοινού παρουσίασε με καμάρι τη νέα του ταινία.

Νύχτες Πρεμιέρας Conn-x: Η 1η μέρα σε εικόνες


Ο καλλιτεχνικός διευθυντής του φεστιβάλ, Ορέστης Ανδρεαδάκης, παρουσιάζει τον Δημήτρη Αθανίτη και τη νέα του ταινία “Τρεις Μέρες Ευτυχία“
Ο Δημήτρης Αθανίτης, γραμματέας της Ελληνικής Ακαδημίας Κινηματογράφου και ένας από τους πιο σημαντικούς έλληνες σκηνοθέτες, παρουσιάζει στο κοινό του φεστιβάλ την ομάδα του “Τρείς Μέρες Ευτυχίας“

Τετάρτη 14 Σεπτεμβρίου 2011

Η απειλή της ευτυχίας


"Θε μου τι μπλε ξοδεύεις για να μη σε βλέπουμε"          
 Οδ. Ελύτης (Μαρία Νεφέλη)

O Oρέστης Ανδρεαδάκης για τις "Τρεις Μέρες Ευτυχίας"

Είναι παράξενος ο τίτλος της ταινίας του Δημήτρη Αθανίτη, διότι οι "Τρεις Μέρες Ευτυχίας" θα μπορούσαν να είναι τρεις ώρες ή τρία λεπτά ευτυχίας, αφού στην πραγματικότητα κανείς δεν μπορεί να μετρήσει αυτό το φορτίο. Ούτε οι ηρωίδες του, που παραδίδονται στον άγριο λυρισμό του αστικού τοπίου για να επανεφεύρουν την ίδια την ύπαρξή τους.



Λιτός και ακριβής, ο σκηνοθέτης του "Καμιά Συμπάθεια για τον Διάβολο", φτιάχνει μια αρχιτεκτονική κινηματογραφική μελέτη για τον γυναικείο ψυχισμό. Θα έλεγε κανείς ότι τα κάδρα του έχουν σχεδιαστεί πάνω στη φευγαλέα φύση του συναισθήματος που άπαντες κυνηγούν με εμμονική αποφασιστικότητα: σφύζουν από ζωή, ενώ στην πραγματικότητα στοιχειώνουν το βλέμμα του θεατή με εικόνες απόκοσμης ομορφιάς.



Κάτω από το μπλε πέπλο των πλάνων του Αθανίτη κρύβεται μια απειλή- η απειλή της ευτυχίας.

Τρίτη 13 Σεπτεμβρίου 2011

"Η Αθήνα είναι ο καθρεφτης της ζωής μας"

Συνέντευξη στην Αντα Νταλιάκα, ΕΘΝΟΣ
http://www.ethnos.gr/article.asp?catid=22800&subid=2&pubid=63377178

"Είναι μια σκληρή ταινία, που δεν χαϊδεύει", λέει ο σκηνοθέτης για τις "Τρεις μέρες ευτυχίας", που θα ανοίξουν τον κύκλο των ελληνικών ταινιών στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Αθήνας "Νύχτες Πρεμιέρας Conn-x"

Ο Δημήτρης Αθανίτης δηλώνει πως οι  Τρεις μέρες ευτυχίας  είναι μια ταινία βαθιά αισιόδοξη
Ο Δημήτρης Αθανίτης δηλώνει πως οι "Τρεις μέρες ευτυχίας" είναι μια ταινία βαθιά αισιόδοξη
Σκηνοθέτης, σεναριογράφος, παραγωγός και γενικός γραμματέας της Ελληνικής Ακαδημίας Κινηματογράφου, που τον Νοέμβριο κλείνει δύο χρόνια ζωής, ο Δημήτρης Αθανίτης επιστρέφει φέτος με το δράμα "Τρεις μέρες ευτυχίας", την έκτη μεγάλου μήκους ταινία του, μετά την "Πόλη των θαυμάτων", το 2005, για την Αθήνα των Ολυμπιακών Αγώνων. Oμως, η Αθήνα, μέσα από την εικόνα της οποίας συνηθίζει να φιλτράρει τις ιστορίες των ηρώων του, έχει αλλάξει. Ο ίδιος μας εξηγεί πώς.

Οι ηρωίδες σας είναι εγκλωβισμένες σε προσωπικά αδιέξοδα. Σε μια δυστυχισμένη φάση της ζωής τους, στην οποία αναζητούν την ευτυχία. Γιατί κάνατε μια τόσο απαισιόδοξη ταινία;
Οι "Τρεις Μέρες Ευτυχίας" είναι πράγματι μια σκληρή ταινία. Μια ταινία που δεν χαϊδεύει. Ομως αυτό δεν την κάνει καθόλου απαισιόδοξη. Η Ιρίνα, η Αννα και η Βέρα είναι τρεις νέες γυναίκες που δεν αποδέχονται τους όρους που το περιβάλλον τους βάζει. Παλεύουν για να ζήσουν όπως αυτές θέλουν. Από αυτή την άποψη, η ταινία είναι βαθιά αισιόδοξη. Ασχετα από το αν θα φτάσουν την "ευτυχία", οι ηρωίδες μου είναι δυνατά πρόσωπα. Τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν δεν είναι καθόλου προσωπικά. Είναι κοινωνικά. Είναι τρεις ηρωίδες από διαφορετικές κοινωνικές τάξεις, που βρίσκονται σε μια "ευτυχισμένη" φάση της ζωής τους. Μόνο που η πραγματικότητα εισβάλλει αμείλικτη.
Τι είναι για εσάς σήμερα η Αθήνα; Το μπλε χρώμα κάνει τα σχήματά της να φαίνονται ιδιαίτερα αποκρουστικά.
Κώστας Ξυκομηνός και Λουκία Πιστιόλα στο φιλμ
Κώστας Ξυκομηνός και Λουκία Πιστιόλα στο φιλμ
Η Αθήνα είναι ο καθρέφτης της ζωής μας. Οι αντιφάσεις της κοινωνίας μας, αυτά που ζούμε, αυτά που έζησαν άλλοι πριν από μας, είναι γραμμένα πάνω στους δρόμους, στα κτίρια, σε κάθε λεπτομέρεια της πόλης. Ψάχνω να βρω την ομορφιά μέσα σ' αυτό το παραμορφωμένο περιβάλλον, που σχεδόν έχουμε σταματήσει να βλέπουμε. Κι αν όλα είναι βουτηγμένα στο μπλε, είναι γιατί έτσι τα νιώθουν. Αν αυτό που βλέπουν μοιάζει με κόλαση, είναι γιατί αυτή είναι η πραγματικότητα.
Το στόρι έχει τις γυναίκες σε πρώτο πλάνο, όπως συνηθίζετε στα έργα σας. Οι γυναίκες μοιάζουν να είναι τα θύματα, ενώ οι άντρες οι θύτες. Ισχύει αυτό;
Οσο και να υποκρινόμαστε ότι όλοι έχουμε τις ίδιες δυνατότητες και τις ίδιες ευκαιρίες, είναι δύσκολο να κρύψουμε ότι αυτός ο κόσμος παραμένει βασικά αντρικός. Οι γυναίκες έχουν έναν πολύπλοκο και απίστευτα πιο δύσκολο ρόλο σήμερα. Γι' αυτό τις βάζω σε πρώτο πλάνο. Δεν είναι, όμως, μόνο θύματα οι ηρωίδες μου. Είναι και θύτες. Είναι ευαίσθητες αλλά και σκληρές. Στην ουσία, είναι λιγότερο συμβιβασμένες από τους άντρες που έχουν δίπλα τους.
Τα οικογενειακά σχήματα που τις περιβάλλουν είναι κατεστραμμένα. Η οικογένεια ως εστία καταπίεσης είναι ένα ζήτημα που ανακύπτει στις ελληνικές ταινίες συχνά-πυκνά τελευταία.
Η οικογένεια βρίσκεται στην καρδιά της κρίσης που ζούμε. Η οικογένεια βρίσκεται πίσω από τη διαστρέβλωση όλων των αξιών. Η οικογένεια, με ή χωρίς εισαγωγικά, έχει βάλει το στενό συμφέρον στη θέση του κοινωνικού, σαν υπέρτατη αξία. Απέναντι στην οικογένεια επαναστατούν οι ηρωίδες μου. Εβαλα τρεις ιστορίες, τρεις ηρωίδες, πολύ διαφορετικές, από διαφορετικούς κοινωνικούς χώρους, γιατί δεν με ενδιέφερε να δείξω μια ατομική περίπτωση. Μέσα από τις ιστορίες τους, που όμως τελικά συνδέονται καθοριστικά, η οικογένεια αναδεικνύεται πηγή δυστυχίας.
Γυρίζετε ταινίες στην Ελλάδα εδώ και αρκετά χρόνια. Πόσο δύσκολο σας ήταν να κάνετε αυτή την ταινία; Θα επιβιώσει το ελληνικό σινεμά από την οικονομική ανέχεια που πρέπει να αντιμετωπίσει;
Πάντα ήταν δύσκολο να κάνεις ταινίες στην Ελλάδα, τώρα πολύ περισσότερο. Το 1993 έκανα την πρώτη μικρού μήκους μου, με τίτλο "Φιλοσοφία". Το θέμα; Η ελληνική οικονομία καταρρέει, ο πρόεδρος αναγγέλλει πτώχευση και καλεί στη μόνη εναπομένουσα δραστηριότητα. Φιλοσοφία! Μέσα από τον σαρκασμό της η ταινία ήταν προφητική. Αυτό που χρειαζόμαστε πιο πολύ κι από οξυγόνο αυτήν τη στιγμή σαν κοινωνία είναι ένα νέο συλλογικό όραμα. Ναι, το σινεμά θα επιβιώσει, γιατί δεν μπορούμε να σταματήσουμε να αναπνέουμε, να σκεφτόμαστε, να δημιουργούμε. Η βράβευση του Γιώργου Λάνθιμου και του Ευθύμη Φιλίππου στο φεστιβάλ Βενετίας δείχνει τη δυναμική του ελληνικού σινεμά και την απόλυτη ανάγκη να υποστηριχθεί ο κινηματογράφος μας με κάθε τρόπο, ηθικά και υλικά. Δεν είναι πολυτέλεια, είναι όρος επιβίωσης.
"ΚΑΝΑΜΕ ΜΙΑ ΤΟΜΗ"
"Ιδρύσαμε την Ακαδημία στηριζόμενοι μόνο στον εαυτό μας. Δεν απευθυνθήκαμε στο κράτος, δεν απευθυνθήκαμε σε κανέναν φορέα. Κάναμε μια τομή, φέρνοντας αξιοκρατία και τελείως άλλο ύφος και ήθος". Ο Δ. Αθανίτης σχολιάζει τη 2χρονη πορεία της Ελληνικής Ακαδημίας Κινηματογράφου.
Το δράμα "Τρεις μέρες ευτυχίας" ανοίγει τoν κύκλο των προβολών των ελληνικών ταινιών στις Νύχτες Πρεμιέρας Conn-X. Την ερχόμενη Παρασκευή ο Δημήτρης Αθανίτης και οι υπόλοιποι συντελεστές του φιλμ θα βρίσκονται στον κινηματογράφο Απόλλων για να το παρουσιάσουν. Η υπόθεση επικεντρώνεται σε τρεις διαφορετικές γυναίκες -την πόρνη μετανάστρια Ιρίνα (Νικόλ Ντρίζι), τη φοιτήτρια Βέρα (Κατερίνα Φωτιάδη), που χάνει τη μητέρα της (Λουκία Πιστιόλα), και την Aννα (Αλεξάνδρα Αϊδίνη), που ετοιμάζεται να παντρευτεί- καθώς οι ζωές τους δοκιμάζονται καθοριστικά κατά τη διάρκεια τριών ημερών στην πόλη της Αθήνας.
  • ΠΕΜΠΤΗ Η ΠΡΕΜΙΕΡΑ
ΑΝΤΑ ΔΑΛΙΑΚΑ
adaliaka@pegasus.gr

 

Συνέντευξη Seven Art: Δημήτρης Αθανίτης (Τρεις μέρες ευτυχίας) 12 Σεπτεμβρίου 2011 | SevenArt.gr

http://www.sevenart.gr/news-detail.php?catid=4&id=997

Με τις “Τρεις μέρες ευτυχίας”, ο σκηνοθέτης Δημήτρης Αθανίτης ολοκληρώνει τον προβληματισμό του για την πραγματικότητα που ζούμε κι αντιμετωπίζουμε την τελευταία δεκαετία. Αυτό το κοινωνικό του σχόλιο, που διανθίζεται με υπαρξιακές, ψυχολογικές, βαθιά ανθρώπινες πινελιές, ξεκίνησε με την ταινία “2000+1 Στιγμές” για τον ερχομό του νέου αιώνα.

Συνεχίστηκε με την ταινία “Πόλη των θαυμάτων”, μια πολύ-πολιτισμική προσέγγιση της Αθήνας των Ολυμπιακών Αγώνων. Για να ολοκληρωθεί φέτος με τις “Τρεις μέρες ευτυχίας”. Και πάλι ο Αθανίτης συνθέτει μια σπονδυλωτή ταινία, που διατρέχεται από τρεις ιστορίες γυναικών οι οποίες ψάχνουν την ευτυχία τους, την ουτοπία τους, τη σωτηρία τους.

Με την τελευταία του ταινία, ο Αθανίτης μιλά για τις δυσκολίες της εποχής που ζούμε, μέσα από τους θεσμούς της οικογένειας, του γάμου, της φιλίας, της αγάπης που εμπνέει τις σχέσεις εν γένει. Και πάλι στη μουντή Αθήνα, διαδραματίζονται τρεις ιστορίες με σαφή προβλήματα, που όμως το φως διαφαίνεται μέσα απ’ το τούνελ.

Ο Δημήτρης Αθανίτης, ο οποίος με την πρώτη του ταινία “Αντίο Βερολίνο” έκανε αίσθηση στο ντόπιο σινεμά, μίλησε στο SevenArt λίγες μέρες πριν την παγκόσμια πρεμιέρα της νέας του ταινίας στο 17ο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Αθήνας Νύχτες Πρεμιέρας.

Μου είχες πει παλιότερα ότι παιδεύτηκες εντέλει με την ταινία “Τρεις μέρες ευτυχίας” προκειμένου να την ολοκληρώσεις.

Κι όντως. Τώρα που το σκέφτομαι, κοντά στα έξι χρόνια είναι που ασχολούμαι με τη συγκεκριμένη ιστορία. Πρώτα γράφτηκε το σενάριο, το οποίο και ξαναείδα όταν συμμετείχα στο Μεσογειακό Ινστιτούτο Κινηματογράφου στη Νίσυρο. Μετά, με παίδεψε το κάστινγκ. Είδα πολύ κόσμο, ιδίως εκατοντάδες κοπέλες για τους τρεις κεντρικούς ρόλους. Και στη συνέχεια ξέρεις, έπρεπε να λυθεί το οικονομικό θέμα, καθότι ακόμη κι αν εγκρίθηκε η χρηματοδότηση μου από το Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου, με δυσκολία αποταμιεύεται. Πλην όλων αυτών, εξετάζω πλέον και το ενδεχόμενο, σε μελλοντική ταινία μου, να μην μπω στην αγχώδη και κοπιώδη διαδικασία του σφιχτού προγράμματος γυρισμάτων. Καλύτερο θα είναι να απλώνεται αυτό το κομμάτι σε βάθος χρόνου.

Και πάλι σκηνοθετείς μια σπονδυλωτή ιστορία, όπως έγινε στις δυο προηγούμενες ταινίες σου. Γιατί αυτό;

Με ενδιαφέρει πολύ να περιπλέκονται με κάποιο τρόπο ιστορίες προσώπων, που φαινομενικά δεν έχουν κάποια σχέση. Υπάρχει όμως μια συνισταμένη που τους απασχολεί. Για παράδειγμα, στις “Τρεις μέρες ευτυχίας” οι τρεις κοπέλες ψάχνουν να βρουν τη διέξοδό τους, να ξεφύγουν από αυτά που τους απασχολούν, τα προβλήματά τους αν θες. Και κάπως εκεί “συναντιούνται”. Τα τρία αυτά κορίτσια μπορεί να μην έχουν κοινά σε μια πρώτη εικόνα, όμως εντέλει μοιάζουν τόσο πολύ στο βάθος.

Ποιος είναι δηλαδή ο παράγοντας αυτός που τις κρατάει πίσω;

Εκεί που εντοπίζεται το πρόβλημα βασικά, είναι στην οικογένεια. Τις κρατάει πίσω, ουσιαστικά τις διαλύει. Η μια κοπέλα, η Βέρα, με το πέρας των σπουδών της επιστρέφει στο σπίτι της και σε μια οικογένεια που, εν ολίγοις, δεν “γνωρίζει”. Η δεύτερη κοπέλα, η Ιρίνα, που εκδίδεται από την ίδια της την οικογένεια θέλει να ξεφύγει, και να μεταναστεύσει. Η τελευταία κοπέλα, η Άννα, προσπαθεί να ζήσει έχοντας βαθιά ριζωμένη μέσα της τη διαλυμένη οικογένεια της.

Επομένως καταπιάνεσαι με ένα θέμα που χαρακτηρίζει την ελληνική κοινωνία;

Σαφώς. Είμαστε ακόμη, ένας λαός, μια κοινωνία που στηρίζεται στην οικογένεια. Δεν έχουμε ξεφύγει από αυτό. Βέβαια, το γεγονός αυτό που μπορεί να έχει πολλά καλά, δημιουργεί σε αναρίθμητες περιπτώσεις και προβλήματα. Το κυριότερο από αυτά είναι ότι από την υπερβολική αγάπη που δίνει στο παιδί, λειτουργεί ταυτόχρονα ανασταλτικά για την εξέλιξη του, τα θέλω του. Υπάρχει κάτι κλειστό στις ελληνικές οικογένειες. Και επικρατεί η συλλογιστική "εμείς και οι άλλοι". Η πάρτη μας, δηλαδή. Κάτι το οποίο χαρακτηρίζει εν γένει την κοινωνία μας, σε  πολλά επίπεδα και σε όλους τους θεσμούς της.

Υπάρχει αισιοδοξία σε αυτό το σκηνικό που περιγράφεις στην ταινία σου;

Καταρχάς ο τίτλος είναι ειρωνικός. Σαφώς και τα τρία αυτά κορίτσια δεν βιώνουν κάποιου είδους ευτυχία στις καταστάσεις που βρίσκονται. Παρόλο τον προβληματισμό που υπάρχει όμως, η ευτυχία μπορεί να επιτευχθεί αρκεί να κυνηγήσουν αυτό το οποίο πραγματικά θέλουν, και να ξεφύγουν από αυτό το οποίο είναι “φυλακισμένες”.

Αν και δικό σου “παιδί”, ποια πιστεύεις ότι θα είναι η πορεία της ταινίας σου;

Δεν τρέφω αυταπάτες, ξέρω ότι έχω κάνει μια σινεφίλ ταινία, που όμως είναι επίκαιρη και μπορεί να απασχολήσει πολύ κόσμο της εποχής και της νέας γενιάς. Θέλω να πιστεύω ότι θα έχει μια καλή πορεία στα φεστιβάλ όπου θα προβληθεί, κι ελπίζω να βρει διανομή μες στο χρόνο και να παίξει στις αίθουσες. Το τελευταίο είναι και το πλέον δύσκολο.

Κλείνοντας, θέλω το σχόλιο σου για τα παρακάτω μια και είσαι από τους πλέον ενεργούς με τα κοινά, κινηματογραφιστές της χώρας. Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, νέος κινηματογραφικός νόμος, Κινηματογραφιστές στην Ομίχλη, Ελληνική Ακαδημία Κινηματογράφου.

Για το Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης θεωρώ πως κινείται στη σωστή κατεύθυνση με τον διορισμό του Δημάρχου κ. Μπουτάρη ως Προέδρου του. Η στροφή που πρέπει να κάνει προς την πόλη η διοργάνωση είναι επιβεβλημένη. Με τη διόγκωση της τελευταίας δεκαετίας είχε χάσει την τοπική ταυτότητά του. Βέβαια, θεωρώ “φάουλ” το νέο κανονισμό του, με τον οποίο “πετά” απ’ έξω ελληνικές ταινίες που έχουν κάνει πρεμιέρα σε άλλα φεστιβάλ. Δεν τους δίνει τη δυνατότητα να προβληθούν ούτε στο Πανόραμα του. Για το νέο κινηματογραφικό νόμο που πιστεύω ότι βρίσκεται σε σωστό πλαίσιο, νομίζω ότι δεν πρέπει να μείνει στα χαρτιά και να εφαρμοστεί άμεσα. Για τους Κινηματογραφιστές στην Ομίχλη, των οποίων είμαι και μέλος, θεωρώ ότι οφείλουν να ενεργοποιηθούν ξανά. Έχουν αποτραβηχτεί αδικαιολόγητα. Για την Ελληνική Ακαδημία Κινηματογράφου (Σ.σ. είναι Γενικός Γραμματέας) πιστεύω ότι γίνεται πολύ καλή δουλειά, κάτι που έχει φανεί ήδη. Στη συνεδρίαση του φθινοπώρου θα συζητηθούν εκτενώς κι όλα εκείνα τα λάθη που μπορεί να έχει το καταστατικό της, ώστε να διορθωθούν.

Νέστορας Πουλάκος




ΤΡΕΙΣ ΜΕΡΕΣ ΕΥΤΥΧΙΑΣ του Δημήτρη Αθανίτη / ΣΙΝΕΜΑ

Ο Δημήτρης Αθανίτης μιλά με τη Χριστίνα Λιάπη στο ΣΙΝΕΜΑ
 http://www.e-go.gr/cinemag/summary1.asp?catid=10167&subid=2&pubid=128774618
Τρεις νέες γυναίκες, πολύ διαφορετικές μεταξύ τους αλλά εξ ίσου μπερδεμένες, ζουν τρεις φορτισμένες μέρες στην Αθήνα του σήμερα, προσπαθώντας να κρατήσουν ζωντανό το όνειρο της ευτυχίας τους.

Αθήνα, 2004. Μια πόλη μεθυσμένη από τα –ψεύτικα, όπως αποδείχτηκε- επιτεύγματα της, γιορτάζει με αφορμή τους Ολυμπιακούς Αγώνες τη νέα εποχή που έρχεται, την πανηγυρική αναγγελία ότι όλα αλλάζουν. Ο Δημήτρης Αθανίτης ( «Καμιά Συμπάθεια για τον Διάβολο», 1997) ξεκίνησε τα σχέδια για τις «Τρεις Μέρες Ευτυχίας», μια σπονδυλωτή ταινία που συμμετέχει στις Νύχτες Πρεμιέρας Conn-x, αποτυπώνοντας προφητικά αυτό που έμελλε να έρθει μετά την ευφορία· αυτό που τώρα είναι εδώ. «Συχνά έχουμε την αίσθηση ότι ορίζουμε τη ζωή μας χωρίς να συνειδητοποιούμε ότι τελικά δεν είμαστε εμείς τα αφεντικά. Έτσι και με τη χώρα. Δε νομίζω ότι φανταζόμασταν πριν από τρία-τέσσερα χρόνια αυτό το αδιέξοδο, τη διάψευση που υπάρχει τώρα. Νομίζαμε ότι οδηγούσαμε τη ζωή μας κάπου, αλλά τελικά δεν ήμαστε εμείς που την οδηγούσαμε», λέει ο σκηνοθέτης.
Την ίδια ψευδαίσθηση τρέφουν και οι πρωταγωνίστριες της ταινίας, τρεις νέες γυναίκες, φαινομενικά άγνωστες μεταξύ τους, που παλεύουν απεγνωσμένα να βρουν τη μελλοντική τους ευτυχία σε μια πόλη γυμνή και αφιλόξενη. Η Βέρα βλέπει τον κόσμο της να ανατρέπεται, όταν η μητέρα της πεθαίνει με βίαιο τρόπο. Η Άννα προσπαθεί να ξορκίσει τη μέχρι τώρα δυστυχισμένη οικογενειακή της ζωή με τον επερχόμενο γάμο της. Η Ιρίνα υπομένει την πιο ταπεινωτική μοίρα απ’όλες, ενώ σφίγγει τα δόντια και κάνει σχέδια να αποδράσει από την εφιαλτική της ζωή προς το όνειρο, που είναι γι’αυτήν ο Καναδάς.
Όλα αυτά διαδραματίζονται φιλτραρισμένα σε διαφορετικούς τόνους του μπλε, που δημιουργούν ένα αποτέλεσμα απόκοσμο, μελαγχολικό. «Μέσα απ’αυτό το μπλε χρώμα περνάει μια ατμόσφαιρα στην ταινία και στην εικόνα της πόλης που κινηματογραφείς, που αντανακλά αυτό που υπάρχει από κάτω, στην ψυχή των ανθρώπων».
Στην αναζήτηση της φευγαλέας ευτυχίας, και οι τρεις θα πρέπει να φύγουν μακριά από τις οικογένειες που τις βαραίνουν- είτε τις πραγματικές οικογένειες είτε την κατά συνθήκη, στην περίπτωση της Ιρίνα. «Το μεγάλο τους πρόβλημα είναι το άμεσο περιβάλλον τους και το πώς διαμορφώνει το πλαίσιο απέναντι στο οποίο πρέπει κανείς να επαναστατήσει. Περίεργος χώρος η ελληνική οικογένεια: μέσα από την προστασία της προκύπτει ένας ευνουχισμός, μια τερατογένεση, μια φυλακή».
«Έχω μια ιδιαίτερη σχέση με το φεστιβάλ, γιατί είχα και μια ιδιαίτερη σχέση με τον ιδρυτή του, τον Γιώργο Τζιώτζιο. Έχει κατακτήσει πραγματικά ένα πάραπολύ ζωντανό κοινό στην Αθήνα και κάνει ένα μεγάλο βήμα προς τις ελληνικές ταινίες, πράγμα ιδιαίτερα σημαντικό. Ειλικρινά χαίρομαι που η ταινία μου θα κάνει πρεμιέρα εκεί.»
'Εχουμε την αίσθηση ότι ορίζουμε τη ζωή μας χωρίς να συνειδητοποιούμε ότι τελικά δεν είμαστε εμείς τα αφεντικά. Έτσι και με τη χώρα. Δε νομίζω ότι φανταζόμασταν πριν από τρία-τέσσερα χρόνια αυτό το αδιέξοδο, τη διάψευση που υπάρχει τώρα. Νομίζαμε ότι οδηγούσαμε τη ζωή μας κάπου, αλλά τελικά δεν ήμαστε εμείς που την οδηγούσαμε.'

 
Τρεις νέες γυναίκες, πολύ διαφορετικές μεταξύ τους, αλλά εξ ίσου μπερδεμένες, ζουν τρεις φορτισμένες μέρες στην Αθήνα του σήμερα, προσπαθώντας να κρατήσουν ζωντανό το όνειρο της ευτυχίας τους.

Δευτέρα 12 Σεπτεμβρίου 2011

Οι Τρεις μέρες ευτυχίας (και οι προηγούμενες ταινίες) του Δημήτρη Αθανίτη

Ένα σινεμά ιδιόμορφο, διαφορετικό κι απαιτητικό.
του Θόδωρου Σούμα
http://www.cinephilia.gr/index.php/2011-08-09-07-23-25/hellas/161-2011-09-09-11-04-42 
b_246_135_16777215_00___images_1112_athan1.jpg
Σε λίγες μέρες κάνει πρεμιέρα η τελευταία ταινία του Δημήτρη Αθανίτη, Τρεις μέρες ευτυχίας. Το κινηματογραφικό έργο του Αθανίτη, οι έξη μεγάλου μήκους ταινίες του, μπορεί να διακριθεί σε δύο περιόδους εξέλιξής του. Στην πρώτη περίοδο, τα δύο πρώτα φιλμ του, Αντίο Βερολίνο (1994) και Καμιά συμπάθεια για τον διάβολο (1997), είναι ασπρόμαυρα, ως ένα βαθμό εξπρεσιονιστικά, σκληρά και λιτά φιλμ. Από αφηγηματική οπτική, είναι απλές μυθοπλασίες, που εξιστορούν μια μοναδική ιστορία που αναπτύσσεται προχωρώντας προς το τέλος της.
Με το Όνειρα καλοκαιρινής νύχτας (1999) περνά σε μια μυθοπλασία πολυπρόσωπη, δηλαδή με πολλούς χαρακτήρες, που όμως διέπεται από  ενότητα χώρου και δράσης: περιστρέφεται γύρω από το ανέβασμα του ομώνυμου θεατρικού έργου του Σέξπιρ. Στην δεύτερη περίοδο του έργου του, στα φιλμ 2000+1 στιγμές (2000), Η πόλη των θαυμάτων (2005) και τις Τρεις μέρες ευτυχίας (2011), η μυθοπλασία διασπάται, με επιτυχία, σε παράλληλες αφηγήσεις που ακολουθούν τις πορείες των διαφορετικών χαρακτήρων. Σε αυτή τη δεύτερη, διακριτή περίοδο της φιλμογραφίας του, η αφήγηση είναι πολυπρόσωπη (και τριτοπρόσωπη) και ακολουθεί τις πολλαπλές, σε πρώτη όψη παράλληλες (στην πραγματικότητα συγκλίνουσες) τροχιές και ιστορίες των διαφόρων προσώπων της μυθοπλασίας, οι οποίες κάπου, συνήθως προς το τέλος, συναντιούνται.
Οι περισσότερες  ταινίες του Αθανίτη διαρκούν γύρω στα 80 λεπτά. Είναι σύντομες λες και η πολύ μεγάλη διάρκεια θα επιβάρυνε ταινίες που χαρακτηρίζονται από εικαστική πυκνότητα και, στη δεύτερη περίοδο του έργου του, από αφηγηματική πολυπλοκότητα.
b_217_297_16777215_00___images_1112_athan2.jpg
Ο Αθανίτης είναι ένας μοντερνιστής σκηνοθέτης, ένας ψαγμένος στυλίστας. Τα φιλμ του κατά κανόνα είναι σύνθετα, πολυπρόσωπα και, ταυτόχρονα, πολύ ελλειπτικά, αρκετά αφαιρετικά, με μια τάση μινιμαλισμού. Αυτές οι ιδιότητες τα κάνουν δυσπρόσιτα στον μέσο, ανεξοικείωτο με αυτές τις φόρμες, θεατή. Πρόκειται για σινεμά ιδιότυπο, ιδιόμορφο, απαιτητικό· διαφορετικό και ανεξάρτητο (μικρές παραγωγές, φιλμ στα οποία έγινε blow up ή γυρίστηκαν με ψηφιακή κάμερα), με προωθημένα αισθητικά, αφηγηματικά και σκηνοθετικά στάνταρ, που -λόγω αυτής του της κατεύθυνσης- δεν μετασχηματίζεται σε προσιτό, ιδιαίτερα ανοιχτό κι εμπορικό κινηματογράφο κοινής αποδοχής. Επειδή, όμως, οι κινηματογραφικοί και άλλοι κόσμοι μας είναι σε σημαντικό βαθμό κοινοί,  βρήκα αρκετά στοιχεία που με ενδιαφέρουν στο σινεμά του…

Τρεις μέρες ευτυχίας
Στο προηγούμενο φιλμ του σκηνοθέτη, Η πόλη των θαυμάτων, που εκτυλίσσεται κατά τη διάρκεια των Ολυμπιακών αγώνων, υπάρχει κάποια αισιοδοξία και θετική ματιά. Το 2011, χρονιά του φιλμ με τον κάπως ειρωνικό τίτλο, Τρεις μέρες ευτυχίας, έχει πια τελειώσει άδοξα η φάση της ανάπτυξης και της ανόδου, έχει έρθει η εποχή της κρίσης, της κοινωνικής αποσύνθεσης και παρακμής, της αιφνιδιαστικής απώλειας της αθωότητας.
Η τελευταία ταινία του Αθανίτη, Τρεις μέρες ευτυχίας, παρακολουθεί τρεις διαφορετικές ιστορίες τριών νέων γυναικών σε κρίση και σε αναζήτηση ευτυχίας και διεξόδου στη ζωή τους. Η ταινία και οι χαρακτήρες προσπαθούν να δώσουν σχήμα σ’ αυτό που ψάχνουν, στην ευτυχία, σε κάτι ρευστό, που διαφεύγει ή που δεν υπάρχει αντικειμενικά. Ίσως αυτό που παρακολουθούμε στο φιλμ είναι λιγότερο η ευτυχία και περισσότερο η δυστυχία, μιας και αυτή κι ο πόνος σφραγίζουν πιο έντονα τις εικόνες που βλέπουμε…
Η αφηγηματική δομή που ακολουθείται είναι η εξής: και στις τρεις ιστορίες, στις τρεις ζωές, κάποια καθοριστικά περιστατικά, ήτοι «πρωτεύουσες λειτουργίες», δρουν καταλυτικά στην εξέλιξη της πορείας της καθεμίας. Πιο συγκεκριμένα, η ζωή της φοιτήτριας Βέρας διαταράσσεται όταν αυτοκτονεί η μητέρα της. Το αποτέλεσμα είναι ότι η οικογένεια διαλύεται ολοκληρωτικά, γιατί παρατάει τον υπεύθυνο για την αυτοκτονία, άπιστο πατέρα της, που τα είχε με την πόρνη Ιρένα. Στη δεύτερη, και κομβική ιστορία -γιατί απλώνεται και συναντά τις άλλες δύο- η νεαρή, παγιδευμένη και αποκλεισμένη, Ρωσίδα Ιρένα αποφασίζει να σταματήσει να πουλιέται και να φύγει στον Καναδά με το φίλο της, απόφαση που επιφέρει την τιμωρία των νταβατζήδων. Στην τρίτη ιστορία, η Άννα πρόκειται να παντρευτεί, μα η ξαφνική απιστία του αγαπημένου της και αυριανού γαμπρού, στο μπάτσελορ πάρτυ, με την «αγορασμένη» Ιρένα, την κλονίζει και την κάνει να αμφιταλαντεύεται…
Συνδετικός κρίκος, κοινό, κομβικό πρόσωπο των τριών ιστοριών είναι η Ρωσίδα πόρνη. Το μοντάζ των τριών ιστοριών είναι κυρίως παράλληλο, μα μερικές φορές επανέρχεται στα προηγούμενα πρόσωπα, οι ιστορίες πλέκονται και κάποιοι χαρακτήρες τους συναντιούνται.
b_247_169_16777215_00___images_1112_athan3.jpg
Το Τρεις μέρες ευτυχίας μας μιλά για την οδύνη, την αποξένωση, τη βία, την εκμετάλλευση και την αδικία (κυρίως εναντίον της γυναίκας), την απελπισία, το κλάμα, τη δυσκολία επικοινωνίας, το σαρκικό σεξ και τον έρωτα, την ανάγκη να προχωρήσεις και να συγχωρέσεις… Στο τέλος της μυθοπλασίας, μετά από αρκετές απώλειες, καταστροφές και θανάτους (η μητέρα αυτοκτονεί, η κόρη παρατά τον ανεύθυνο πατέρα και οι Ρώσοι νταβατζήδες σκοτώνουν τον Ρώσο αγαπητικό της πόρνης), αναγεννιέται μια ελπιδοφόρα ερωτική σχέση, της Άννας με τον αγαπημένο της.
Ενδιαφέρον παρουσιάζει η επιλογή και η κινηματογράφηση των χώρων με τους αυτοκινητόδρομους, τις αερογέφυρες και πεζογέφυρες, τα τραίνα, λεωφορεία και φορτηγά, δηλαδή οι εικόνες των βιομηχανικών, λαϊκών περιοχών. Η δυναμική χρήση τους στα εικαστικά φροντισμένα πλάνα, προδίδει τις αρχιτεκτονικές σπουδές του Αθανίτη.

Η πόλη των θαυμάτων
Συνεχίζουμε από τα νεότερα προς στα παλιότερα, πρώτα φιλμ του. Το αμέσως προηγούμενο είναι, λοιπόν, Η πόλη των θαυμάτων, που διαδραματίζεται τις μέρες των Ολυμπιακών αγώνων στην Αθήνα, τον Αύγουστο του 2004. Ο Αθανίτης υιοθετεί και εδώ, με αφηγηματική δεξιοτεχνία, την πολυπρόσωπη, παράλληλη αφήγηση πολλών ιστοριών πολλών χαρακτήρων, που συγκλίνουν και που εκτυλίσσονται ταυτόχρονα με την Ολυμπιάδα, επηρεασμένες από τα γεγονότα της. Η κυριότερη διαφορά με τις άλλες ταινίες του είναι η αισιοδοξία και η θετική ματιά του, βασισμένες κυρίως στον έρωτα που υποστηρίζει πολλές από της ιστορίες και τους δίνει σάρκα και οστά. Επίσης, διαφέρει από τις υπόλοιπες ταινίες του γιατί είναι πιο ανθρώπινη και, με απλό τρόπο, συναισθηματική. Η μυθοπλασία εκθέτει μικρά ή μεγάλα δράματα και έρωτες, ιστορίες συναισθηματικές, μελοδραματικές ή σκληρές.
Παρόλο που έχει γυριστεί με μια απλή ψηφιακή κάμερα, η ταινία περικλείει μια πλούσια, καλειδοσκοπική φαντασμαγορία, βασισμένη στις εικόνες της μεγάλης και κατ’ ουσίαν λαϊκής γιορτής της Ολυμπιάδας και των διαφόρων όμορφων χώρων και περιοχών της Αθήνας: Εικόνες της Αθήνας να ζει, σε αναβρασμό· με οπτικά ιντερμέδια από διαφορετικές όψεις και γειτονιές, αρχαιολογικούς, νεοκλασικούς ή σύγχρονους χώρους και γιορτές δρόμου. Σημαντική, άρα, διαφορά του φιλμ με τα υπόλοιπα, είναι η πολύχρωμη, πλουμιστή, θεαματική εικόνα και φωτογραφία του…
Κάθε τόσο οι χαρακτήρες, ο ένας μετά τον άλλο, μιλούν στον κινηματογραφικό φακό, για τις επιθυμίες και τις προσδοκίες τους απ’ αυτές τις γιορταστικές μέρες, σαν να δίνουν συνέντευξη (πιθανά στην τηλεοπτική  ρεπόρτερ Μελίνα).
Η φιξιόν παρακολουθεί τους ήρωες από το χρονικό διάστημα του ερχομού τους στην ανάστατη, φωταγωγημένη πόλη, με αεροπλάνο, τραίνο, πλοίο ή λεωφορείο. Τα πρόσωπα αυτά, που παρακολουθούμε σε παράλληλο μοντάζ κατά μόνας ή κατά ζευγάρια, κάποιες φορές συναντιούνται. Τα δύο ζευγάρια και η μικρή κόρη της Διδασκάλου, σχηματίζουν τελικά ένα πεντάγωνο του οποίου οι κορυφές αποτελούνται από την τηλεοπτική δημοσιογράφο Μελίνα (Ματσάγγου) που παρουσιάζει ανθρώπους που ήρθαν να δουν τους Ολυμπιακούς αγώνες· τον εραστή της Νίκο (Χατζηδάκης) που δεν θέλει να κάνει παιδί· το εξαφανισμένο, στους Ολυμπιακούς αγώνες, κοριτσάκι με το οποίο συναντιέται τυχαία και το παίρνει υπό την προστασία του, πράγμα που τον κάνει να αλλάξει άποψη για την πατρότητα· τη μητέρα του χαμένου κοριτσιού (Διδασκάλου) που ανησυχεί και θλίβεται· και τον νεοαφιχθέντα Ελληνορώσο (Β.Ελεύθερος) που την επισκέπτεται μετά από χρόνια και της ζητά να τα ξαναφτιάξουν.
Μέσω μιας Αμερικανίδας δημοσιογράφου που παίρνει συνέντευξη από τη Μελίνα, συνδεόμαστε με ένα τρίτο ζευγάρι, την κόρη της Αμερικανίδας (Ε.Ντούμα) και τον Γαλλοβραζιλιάνο φωτογράφο, που γνωρίζονται και ερωτεύονται στην Ολυμπιάδα. Τελευταίο ζευγάρι, που δεν συνδέεται με τα άλλα, αυτό των Γιαπωνέζων που ήρθαν να παντρευτούν στην Αθήνα, μα το ελληνικό πρακτορείο-μαϊμού τους ξεγέλασε και τους πήρε τα λεφτά χωρίς να τους παράσχει τίποτα. Η Αθήνα των Ολυμπιακών μετατρέπεται σε τόπο συνάντησης διαφορετικών φυλών, πολιτισμών και νοοτροπιών. Σταδιακά, η πολυπλοκότητα της κινηματ.διήγησης και τα θέματά της γίνονται εμφανή…
Η εορταστική, σε εγρήγορση Αθήνα της Ολυμπιάδας μάς παρουσιάζεται σαν μια μεγαλούπολη που κάνει επανεκκίνηση και μετατρέπεται αδιόρατα σε πόλη των θαυμάτων, όπου όλα μπορούν να συμβούν… Κυρίως, να ανθίσει ο έρωτας… Να αλλάξουν οι άνθρωποι άποψη για τη δυνατότητα να αποκτήσουν παιδί και την πατρότητα (απασχολεί τα πέντε πρόσωπα του προαναφερθέντος πενταγώνου συν τον φωτογράφο). Τα πρόσωπα βλέπουν πάρα πολλά τις μέρες των Ολυμπιακών, πράγματα που δεν τα κοίταζαν πριν, σαν να βγήκαν από τα κλειστά όρια του εαυτού τους. Τα ξανανακαλύπτουν όλα από την αρχή, μονάχοι τους. Η ιστορία τους ξαναξεκινά όταν αρχίζουν να αισθάνονται, να βλέπουν και να αγγίζουν εκ νέου. Και γι’ αυτό περιμένουν από τη ζωή τα πάντα (ιδίως οι γυναίκες και οι νέοι)…
Η ταινία δεν είχε την υποδοχή που δικαιούτο, ίσως λόγω της «ιδεολογικοπολιτικού» τύπου προκατάληψης πολλών Ελλήνων προοδευτικών εναντίον της Ολυμπιάδας. Αυτά τα ιδεολογήματα πιθανά να μέτρησαν περισσότερο από κάποιες αδυναμίες της ταινίας, π.χ. την κάπως εσπευσμένη, από αφηγηματική άποψη, απόληξη ορισμένων από τα εξιστορούμενα δράματα, ή την υπερβολικά γλυκιά ερμηνεία της Ντούμα.
Η αλήθεια όμως είναι ότι ο σκηνοθέτης είδε αμερόληπτα, αντικειμενικά και κριτικά -μα με διακριτικό τρόπο- την Ολυμπιάδα: π.χ. ο Νίκος αναφέρεται στην ψύχωση που κατέλαβε τους Έλληνες με τους Ολυμπιακούς, γιατί θέλουν να βάλουν κάτι δυνατό στη ζωή τους που θα τους ξυπνήσει και εξιτάρει. Ο σκηνοθέτης περιγράφει απομυθοποιητικά τη στάση του πρωταθλητή που χάνει την πίστη στο σκοπό του, καταλαμβάνεται από φόβο κι άγχος και τα παρατάει χωρίς να πάρει μέρος. Η ταινία μας λέει ότι οι μέρες είναι γιορτινές, αλλά όχι για όλους… Πως η ζωή, τα προβλήματά της και τα πράγματα που διακόψαμε, μετά το τέλος των αγώνων, δεν θα μας ξεχάσουν και θα είναι πάντα εδώ… Κι ακόμη πως -σύμφωνα με όσα λέει κι η Έλενα (Ντούμα)- οι πλούσιες, χρωματιστές, πολλές εικόνες και φωτογραφίες των ανθρώπων και της ζωής τους, ως αποτυπώσεις παρελθόντων, χαμένων στιγμών, αποθανατίζουν κι αποτυπώνουν το τέλος όλων των πραγμάτων και συνδέονται έτσι με τον θάνατο…
b_215_302_16777215_00___images_1112_athan4.jpg
2000+1 στιγμές
Το 2000+1 στιγμές είναι η πρώτη του πολύ αξιόλογη ταινία πολυπρόσωπης, παράλληλης αφήγησης πολλών μικροϊστοριών. Διαδραματίζεται τα Χριστούγεννα και την Πρωτοχρονιά του 2000, λίγο πριν από μια σημαντική μέρα, την αλλαγή χιλιετίας. Η ταινία παρακολουθεί την πορεία οκτώ προσώπων τις ημέρες του Μιλλένιουμ. Η αφήγηση παρακολουθεί παράλληλα την εξέλιξη αυτών των διαδρομών, που κάποιες στιγμές τέμνονται, και μάλιστα ιδιαίτερα βίαια, ειδικά προς το τέλος, τη στιγμή της αλλαγής του χρόνου: Τότε ο άνεργος, παντρεμένος άντρας δολοφονεί, κατ’ εντολή και για χρήματα, το παράνομο ζευγάρι του έγγαμου, εκβιαζόμενου επιχειρηματία και της εγκύου ερωμένης του.
Και αυτή η ταινία του Αθανίτη περιστρέφεται γύρω από τα θέματα της μοναξιάς και της ανθρώπινης αποξένωσης, ιδιαίτερα των ζευγαριών. Οι ψυχρές, γαλαζωπές εικόνες (εδώ η φωτογραφία είναι πιο λειτουργική από τις απόλυτα μπλε μονοχρωμίες του Τρεις μέρες ευτυχίας) δίνουν πολύ καλά την αίσθηση της παγωμένης μοναχικότητας. Επίσης, οι όψεις της Αθήνας ως παγερής μεγαλούπολης που προετοιμάζεται -με κάποια αποστασιοποίηση- για το Μιλλένιουμ, λεωφόροι, αυτοκίνητα, φώτα, χριστουγεννιάτικα δένδρα κ.λπ., είναι πολύ παραστατικές. Γενικά, τα πλάνα είναι εκφραστικά κι ατμοσφαιρικά.
Το ντεκουπάζ των πλάνων και η σκηνοθεσία, είναι πολύ ελλειπτικά. Τίποτα δεν υπερτονίζεται ή δραματοποιείται, όλα αποδίδονται χωρίς πολλές πληροφορίες και λεπτομέρειες, με λιγοστά λόγια, με εικόνες λιτές και φειδωλές. Μερικές φορές η στόχευση της έλλειψης είναι ιδιαίτερα αποτελεσματική, ακριβής και διακριτική, όπως τη φορά που ο ηλικιωμένος κάτοικος της άδειας πολυκατοικίας, τη νύχτα της παραμονής πρωτοχρονιάς, χτυπά το κουδούνι του φοιτητή που ξέμεινε μόνος του για να γράψει στο pc τη διπλωματική του, για να του ευχηθεί χρόνια πολλά και να του πει ότι χάρηκε πολύ που έμεινε στην ερημωμένη πολυκατοικία... Ή όταν, για να χαρεί κι αυτός λιγάκι τα Χριστούγεννα, φέρνει ένα αστείο, λιλιπούτειο δενδράκι, που μετά από κάποιο ψάξιμο, τοποθετεί πάνω στην τηλεόραση, η οποία είναι αυτή που συντροφεύει τις μοναχικές στιγμές του…
Τα μοτίβα της μοναξιάς, της απόγνωσης και αποξένωσης, διαπερνούν όλη τη μυθοπλασία και τους χαρακτήρες της: Τον ηλικιωμένο και το φοιτητή της πολυκατοικίας, και την απατημένη σύζυγο την οποία ο φοιτητής παρατηρεί στο απέναντι σπίτι· το ζευγάρι της εργαζόμενης συζύγου και του δυσαρεστημένου άνεργου άντρα της, που τελικά αναλαμβάνει να κάνει, για τα λεφτά, έναν φόνο· του μικρού, άστεγου Αλβανού, που χωρίς γονείς, περιφέρεται στην Αθήνα με μοναδικό σκοπό του να δει στον Λυκαβηττό την εκτόξευση των εορταστικών πυροτεχνημάτων. Η μόνη κάπως ελπιδοφόρα και ζεστή σχέση είναι αυτή του παράνομου ζευγαριού που μαθαίνει ότι περιμένει παιδί, το οποίο όμως δολοφονεί ο άνεργος, εκτελώντας το συμβόλαιο θανάτου…
Άλλη μια έκφραση της βίας και δυστυχίας, είναι η εκμετάλλευση και μιζέρια που βιώνει ο Αλβανός πιτσιρίκος, η εικόνα του οποίου κλείνει αμφίσημα την ταινία και αμφιταλαντεύεται ανάμεσα στην ελπίδα (ο μικρός αγναντεύει τον ουρανό) και τον κίνδυνο και θάνατο (μετά στέκεται, αφημένος, στη μέση του αυτοκινητόδρομου, ανάμεσα στα αυτοκίνητα, με κλειστά τα μάτια)… Γιατί όπως λένε τα τηλεοπτικά επίκαιρα, που βλέπουμε για πολλοστή φορά, στο τέλος του φιλμ, αυτή τη φορά από το Σεράγεβο, πρέπει να ζήσουμε όλοι μαζί, με ειρήνη. Μα, όπως αναρωτιέται, μαζί με την ταινία, μια εικονιζόμενη σχολιαστής, πώς άραγε μπορούμε να νοιώσουμε αισιοδοξία για τα επερχόμενα που δεν μπορούμε να προβλέψουμε;
Σε διάφορες, διάσπαρτες παντού συσκευές, εικόνες από τις ειδήσεις εμφανίζονται κάθε τόσο στις τηλεοράσεις των ανθρώπων ή των μαγαζιών. Εικόνες φτώχειας, μιζέριας, εξεγέρσεων, προετοιμασίας της γιορτής του Μιλλένιουμ, συγκρούσεων ή δυστυχίας, που δίνουν τον τόνο στην ταινία…

Όνειρο καλοκαιρινής νύχτας
Το Όνειρο καλοκαιρινής νύχτας (1999) περιγράφει το ανέβασμα του ομώνυμου έργου του Σαίξπηρ από έναν νεανικό θίασο, υπό τη διεύθυνση του νέου σκηνοθέτη Άκη.
Στο φιλμ έχουμε να κάνουμε με πολλά πρόσωπα, μα όχι με παράλληλη αφήγηση, όχι με πολλές ιστορίες διαφορετικών προσώπων που τελικά συγκλίνουν, όπως στα μεταγενέστερα του Αθανίτη. Τα πρόσωπα εδώ συμμετέχουν στην ίδια ιστορία, στην ίδια παράσταση, στο ανέβασμα μιας μοντέρνας διασκευής, και έχουν κοινό (καλλιτεχνικό και συναισθηματικό) αγώνα.                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                        
Επειδή το θέμα του έργου είναι ο έρωτας και φορείς του οι νέοι, ο σκηνοθέτης διασκευάζει και μεταφέρει το κλασικό, ρομαντικό θεατρικό έργο στη σύγχρονη εποχή, στην Αθήνα του σήμερα.
Κεντρικός άξονας τόσο του θεατρικού, όσο και των σχέσεων των ηθοποιών είναι οι έρωτες, τα ερωτικά συναισθήματα. Οι ερωτικές επιθυμίες και διαθέσεις των ανθρώπων αλλάζουν, μετατοπίζονται από τον έναν στον άλλον. Οι πόθοι ανταλλάσσονται, ο ένας αγαπά τον άλλη που αγαπά κάποιον άλλον, και μετά οι επιθυμίες και προτιμήσεις επαναδιατάσσονται. Όπως λέει και ο Σαίξπηρ, ο έρωτας σαν παλαβούς κάνει όλους τους θνητούς… Οι ήρωες αγαπούν ή παίζουν; Υποκρίνονται, ακόμη και στους εαυτούς τους, πως αγαπούν; Οι περιπλοκές αυξάνονται, κλιμακώνονται, μα στο τέλος κάπως καταλαγιάζουν…
Η ταινία πραγματεύεται το θέμα της σχέσης τέχνης και πραγματικότητας, ζωής και τέχνης, ή θεάτρου και ζωής. Τα λόγια και οι πράξεις των χαρακτήρων, που είναι ηθοποιοί, ταιριάζουν με τα λόγια του έργου του Σαίξπηρ. Οι διάλογοι και οι σκέψεις των σαιξπηρικών ρόλων και των προσώπων του σήμερα ταιριάζουν ή ταυτίζονται...
Η ταινία βασίστηκε στον αυτοσχεδιασμό. Οι ηθοποιοί διατήρησαν τα πραγματικά ονόματά τους, φορούν τα ρούχα τους χωρίς μακιγιάζ, παίζουν στα σπίτια τους, βάζουν ένα κομμάτι από τους εαυτούς τους στους ρόλους και εν μέρει αυτοσχεδιάζουν. (Ίσως, ο Σολωμός, στο βασικό, κεντρικό ρόλο του σκηνοθέτη της παράστασης, να μην είχε την απαιτούμενη ακτινοβολία). Το σενάριο γράφτηκε από τον Αθανίτη πάνω στους ηθοποιούς, και συνέχισε να δουλεύεται στις πρόβες και τα γυρίσματα, εμπλουτισμένο από τους αυτοσχεδιασμούς των ηθοποιών. Πρόκειται για μικρή παραγωγή, με μικρό συνεργείο, κάμερα στο χέρι, χωρίς φώτα και κατασκευασμένα ντεκόρ.

Kαμιά συμπάθεια για τον διάβολο
Το Kαμιά συμπάθεια για τον διάβολο (1997) είναι μια σύγχρονη, πολύ ερωτική, σκοτεινή και μοντέρνα εκδοχή του μύθου της Ευρυδίκης και του Ορφέα. Πρόκειται για μια πολύ αξιόλογη, ασπρόμαυρη, ζοφερή, ατμοσφαιρική ταινία ερωτισμού και οπτικής, κινηματογραφικής ποίησης. Ο Αθανίτης κατασκεύασε ένα πρωτότυπο, μοντέρνο δημιούργημα, υπέρβασης των συμβατικών μυθοπλαστικών ορίων, ένα κινηματογραφικό πόνημα σκληρό, θανατερό και σκοτεινό. Παραμένοντας συνειδητά στα όρια της μικρής και οικονομικής παραγωγής, επέλεξε μια λιτή, «σκληρή» αισθητική με έντονα κοντράστα, δυνατά, φωτεινά άσπρα και έντονα μαύρα στην εικόνα, απειλητικούς, μυστηριακούς και φθαρμένους βιομηχανικούς χώρους ως ντεκόρ, γυμνά, προκλητικά σώματα σε κατάσταση ερωτικού παροξυσμού, ερωτικής επιβολής ή βίας (από τη μεριά κάποιων δυναστευτικών ανδρών), ή σεξουαλικής επίδειξης (στριπτίζ ή σεξ), έντονη εικαστικότητα, διαλόγους απότομους, απλούς ή ποιητικούς. Το σύνολο συναπαρτίζει ένα απόκοσμο, φετιχιστικό, φορτισμένο σεξουαλικά, βίαιο και μαγικό σύμπαν στα όρια του φανταστικού κινηματογράφου, αν και κινείται μέσα στη βρώμικη, μισοερειπωμένη, νυχτερινή πόλη και τα όριά της (π.χ. βιομηχανικό τοπίο λιμανιού).
Η εκπληκτικά σαγηνευτική κι αισθησιακή Ευρυδίκη (Λένα Κιτσοπούλου), άγριας κι αλήτικης ομορφιάς, που μόλις έχει βγει από τη φυλακή, είναι χωμένη ως τα μπούνια στον κόσμο των μπαρ, των στριπτίζ και των ναρκωτικών. Δουλεύει ή κινείται σε φαστ φουντ, χαμαιτυπεία, ανάμεσα στον υπόκοσμο και τους εκμεταλλευτές του σεξ και του γυναικείου σώματος… Ο Ορφέας (Καζανάς), μποξέρ και ταμίας σε σουπερμάρκετ όπου τη συλλαμβάνει να κλέβει, δεν αργεί να την ερωτευτεί παθιασμένα και σαρκικά. Κάνουν έντονο σεξ και ζουν τον (σουρεαλιστικό) τρελό έρωτα. Όταν η Ευρυδίκη εξαφανίζεται, καταδύεται στην κόλασή της και την αναζητά μέσα στο βρωμερό, ανήθικο (υπό)κόσμο της με σκοπό να την σώσει από τους κινδύνους του ξεπεσμού και των overdose (τελικά πεθαίνει από υπερβολική δόση και τις καταχρήσεις). 

Αντίο Βερολίνο
Η πρώτη μεγάλου μήκους του, το 1994, είναι μια τυπικά ανεξάρτητη ταινία χαμηλού προϋπολογισμού, μινιμαλιστική, ασπρόμαυρη με σκληρά κοντράστα, και ατμοσφαιρική, με μπόλικο διαβρωτικό, αυτοϋπονομευτικό χιούμορ, δεδομένου ότι η ιστορία της εκτυλίσσεται στο χώρο του κινηματογράφου. Χαρακτηρίζεται επίσης για τη μινιμαλιστική παγεράδα της, καθώς και για μια αίσθηση αποτυχίας και απελπισίας, διανθισμένη από (αυτό)σαρκασμό. Έχουμε να κάνουμε με ένα αυτοαναφορικό, σινεφιλ φιλμ που αυτοπαρωδείται.
Αν και μικρή παραγωγή, οι εικόνες του είναι μεστές, λειτουργικές, εικαστικά επεξεργασμένες, και ποικίλουν, ήτοι ξετυλίγονται από το Βερολίνο του τίτλου ως τις περιοχές της Αθήνας. Ο ήρωας της μυθοπλασίας Άλεξ, είναι ένας Έλληνας σκηνοθέτης, που στο Βερολίνο έχει στο ενεργητικό του μια ασήμαντη καριέρα μα και ένα μεγάλο όνειρο, ένα σημαντικό πρότζεκτ κι ένα σενάριο που το γράφει αναλώνοντας τρία χρόνια από τη ζωή του, περιμένοντας μάταια να του βρει παραγωγό ο ελληνογερμανός ατζέντης του. Η πολυπόθητη ευκαιρία θα του δοθεί στη γενέτειρά του Αθήνα, όπου θα βρεθεί, προσκαλεσμένος, σε ένα δωμάτιο ακριβού ξενοδοχείου.
O Άλεξ έχει στιλ, αστείο πρόσωπο και ντύσιμο, ταυτίζεται περίφημα με τον ηθοποιό Π. Θανασούλη, φευγάτο, ποιητικό και παράταιρο όπως ακριβώς ταιριάζει… Η πορεία του διαγράφεται από την προσμονή, την ελπίδα και την απογοήτευση και παραίτηση, έως την διάψευση, την απόρριψη και την καταστροφή, τον θάνατο. Η διάψευση του μεγάλου κινηματογραφικού ονείρου, είναι κοινός τόπος με άλλα πρόσωπα της ιστορίας, π.χ. της Γερμανίδας ηθοποιού που ποθούσε, μάταια, να πάρει μέρος σε μια μεγάλη, αμερικάνικη, χολιγουντιανή παραγωγή. Πολλοί ήρωες τρέφουν μεγάλα κινηματογραφικά όνειρα αναγνώρισης, επιθυμούν να γίνουν σταρ στον τομέα τους, ο Άλεξ, η νεαρή γκαρσόνα που επιλέγει για να υποδυθεί την ηρωίδα του σεναρίου του, ο πατέρας της για λογαριασμό της, η Γερμανίδα ηθοποιός, ακόμη -έμμεσα- και οι παραγωγοί που συναντά.
Η διαδρομή που διανύει είναι διάσπαρτη από ανθρώπους του σινεμά: Ατζέντης, παραγωγοί (εκ των οποίων ο Έλληνας θυμίζει κάπως τον Μαξ Ρόμαν), μια αναγνωρισμένη Γερμανίδα ηθοποιός που απορρίπτει τον κεντρικό ρόλο του, μια νεαρή Ελληνίδα που ονειρεύεται να γίνει σταρ, ο γέρος πατέρας του, πρώην αιθουσάρχης κ.α.…
Το φιλμ είναι, ως ένα βαθμό, και road movie, γιατί περιπλανάται σε διάφορους ψυχρούς, σκοτεινούς, περίεργους και μισοάδειους χώρους. Θυμίζει λίγο τα πρώτα φιλμ του Τζάρμους. Άλλωστε ανάμεσα στους δύο κακοποιούς που παρακολουθούν τον Άλεξ (τους υποδύονται δυο σκηνοθέτες -άλλη μία κινηματογραφοφιλική αναφορά- ο ίδιος ο Αθανίτης και ο Νίκος Τριανταφυλλίδης), ο ένας είναι φτυστός ο Τζάρμους… Κυνηγάνε από λάθος τον Άλεξ, συγχέοντάς τον με έναν άντρα που χρωστά λεφτά στον υπόκοσμο και του μοιάζει ως σωσίας και alter ego του.
Στην πορεία της μυθοπλασίας κάνουν την εμφάνισή τους ένα σωρό απορρίψεις και ματαιώσεις. Έτσι, στο τέλος, αφού το σενάριο εποχής του Άλεξ έχει απορριφθεί από τον παραγωγό ως πανάκριβο και πεπαλαιωμένης σύλληψης, τον δολοφονούν, δίνοντας στο κλείσιμο μια επιπλέον οδυνηρή νότα, μια πικρή γεύση θανατερής αποτυχίας, αν και το δροσιστικό, διαβρωτικό χιούμορ είναι παντού παρόν. 
Το φιλμ έχει, μεταξύ άλλων, και μια διάσταση (γερμανο)εξπρεσιονιστική -όπως και το επόμενο του σκηνοθέτη-, έτσι όπως χρησιμοποιεί τις έντονες αντιθέσεις άσπρου/μαύρου και τις σκιές, για παράδειγμα τη σκιά του Έλληνα παραγωγού που μιλά πίσω από το άσπρο πανί (ο οποίος περιέργως θυμίζει λίγο …Δρ. Μαμπούζε).
Στο φιλμαρισμένο χώρο, στο φόντο, εμφανίζονται συχνά συσκευές τηλεόρασης που παίζουν ταινίες (ακόμη κι ένα παλιό ελληνικό μιούζικαλ) ή βιντεοκλίπ από το ΜΤV, συνήθως χιπ χοπ. Όλα τα παραπάνω συμβάλλουν στη δημιουργία μιας παράξενης, αλλόκοτης ατμόσφαιρας… Όπως διατείνονται ο σκηνοθέτης και ο αιθουσάρχης πατέρας του, στο σινεμά η ζωή γίνεται όνειρο και όλα επιτρέπονται…